
Δραματική εικόνα καταγράφεται στις ρυθμίσεις χρεών προς τον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΚΕΑΟ. Μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2025 είχαν πραγματοποιηθεί 2.378.740 ρυθμίσεις, μέσω των οποίων επιχειρήθηκε να τακτοποιηθούν οφειλές ύψους 31,3 δισ. ευρώ. Παρά το εύρος των ρυθμίσεων, η πραγματικότητα αποδεικνύεται αμείλικτη, καθώς περισσότερες από τις μισές κατέρρευσαν, αποτυπώνοντας τη βαθιά αδυναμία της αγοράς να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της.
Συγκεκριμένα χάθηκαν 1.273.737 ρυθμίσεις, ποσοστό 53,6% του συνόλου, που αφορούσαν χρέη 22,14 δισ. ευρώ, δηλαδή το 70,8% των ποσών που επιχειρήθηκε να ρυθμιστούν. Αντίθετα, ολοκληρώθηκαν επιτυχώς μόλις 805.187 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε 4,05 δισ. ευρώ ή στο 12,9% του συνολικού ρυθμιζόμενου ποσού. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι ρυθμίσεις λειτούργησαν περισσότερο ως λογιστικό εργαλείο και λιγότερο ως πραγματική διέξοδος για οφειλέτες και ασφαλιστικά ταμεία.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025 ενεργές παρέμεναν 299.816 ρυθμίσεις, που αφορούν χρέη 5,1 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, το συνολικό ύψος των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ είχε εκτιναχθεί στα 50,68 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος τους να παραμένει εκτός ουσιαστικής ρύθμισης και να βαραίνει έναν παραγωγικό ιστό που ήδη δοκιμάζεται από υψηλό κόστος ενέργειας, αυξημένα επιτόκια, ακρίβεια και μειωμένη ρευστότητα.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εικόνα της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων. Σε αυτήν εντάχθηκαν 1.401.021 οφειλέτες με χρέη 15,4 δισ. ευρώ, όμως μόνο 508.683 κατάφεραν να την ολοκληρώσουν, εξοφλώντας 1,65 δισ. ευρώ. Σε ισχύ παραμένουν 140.707 ρυθμίσεις με χρέος 1,33 δισ. ευρώ, ενώ χάθηκαν 751.631 ρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε 12,41 δισ. ευρώ. Πρόκειται για αριθμούς που καταδεικνύουν ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη διάθεσης πληρωμής, αλλά η αδυναμία των επιχειρήσεων και των επαγγελματιών να αντέξουν το ύψος των μηνιαίων δόσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο ασκείται έντονη κριτική στην κυβερνητική στάση, καθώς η επιμονή σε ένα αυστηρό και περιοριστικό πλαίσιο ρυθμίσεων αγνοεί τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς. Η οικονομική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια δεν αφήνει περιθώρια σε χιλιάδες επιχειρήσεις να εξυπηρετούν ταυτόχρονα παλαιά χρέη, τρέχουσες εισφορές και αυξημένα λειτουργικά κόστη. Η αγορά στενάζει, η ρευστότητα παραμένει περιορισμένη και η οποιαδήποτε απώλεια μιας δόσης οδηγεί αυτόματα σε απώλεια της ρύθμισης και σε νέο κύκλο προσαυξήσεων και κατασχέσεων.
Οι αυστηροί όροι απώλειας των ρυθμίσεων, είτε πρόκειται για την πάγια των 24 δόσεων είτε για τις παλαιότερες ρυθμίσεις των 100 και 120 δόσεων, λειτουργούν αποτρεπτικά και τιμωρητικά σε ένα περιβάλλον που απαιτεί ευελιξία. Η κυβερνητική άρνηση να εξετάσει μια νέα, γενναία ρύθμιση με περισσότερες δόσεις και χαμηλότερο μηνιαίο βάρος μεταφέρει το πρόβλημα στο μέλλον, χωρίς να εξασφαλίζει ούτε τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων ούτε τη σταθερή είσπραξη εσόδων για τα ασφαλιστικά ταμεία.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία του ΚΕΑΟ είναι ότι χωρίς προσαρμογή των ρυθμίσεων στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας, τα χρέη προς τον ΕΦΚΑ θα συνεχίσουν να διογκώνονται, οι ρυθμίσεις θα χάνονται μαζικά και η αγορά θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο οικονομικής ασφυξίας, με τελικούς χαμένους τόσο τους οφειλέτες όσο και το ίδιο το ασφαλιστικό σύστημα.