
Η εικόνα δημοσιονομικής ευρωστίας που επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση με αφορμή την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2025 καταρρέει μόλις εξεταστούν τα πραγματικά δεδομένα. Την ώρα που ανακοινώνεται πρωτογενές αποτέλεσμα άνω των 8 δισ. ευρώ, το κράτος αφήνει πίσω του ένα βουνό ληξιπρόθεσμων οφειλών ύψους 3,8 δισ. ευρώ προς ιδιώτες προμηθευτές και φορολογούμενους, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τον Νοέμβριο. Πρόκειται για μια συνειδητή δημοσιονομική πρακτική που δεν συνιστά επιτυχία, αλλά μεταμφιεσμένη στάση πληρωμών.
Το υποτιθέμενο πλεόνασμα δεν προκύπτει από υγιή ανάπτυξη ή αποτελεσματική διαχείριση, αλλά από την καθυστέρηση πληρωμών προς την αγορά. Το κράτος λειτουργεί ως κακοπληρωτής, στραγγαλίζοντας τη ρευστότητα επιχειρήσεων και επαγγελματιών, προκειμένου να εμφανίσει καλύτερους δείκτες στα χαρτιά. Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Ενώ ο στόχος για πρωτογενές αποτέλεσμα ήταν 5,33 δισ. ευρώ και ξεπεράστηκε πανηγυρικά, τα χρέη του Δημοσίου όχι μόνο δεν μηδενίζονται, αλλά αυξάνονται σε σχέση με πέρυσι κατά 741 εκατ. ευρώ ή 24,3%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι τα σημερινά ληξιπρόθεσμα ξεπερνούν τα αντίστοιχα του 2017 κατά 472 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, το κράτος χρωστά περισσότερα απ’ όσα όφειλε σε μια από τις πιο σκληρές χρονιές της μνημονιακής περιόδου, την ώρα που διαφημίζει έξοδο από τις κρίσεις και επιστροφή στην κανονικότητα.
Στην κορυφή της λίστας των κακοπληρωτών βρίσκονται τα δημόσια νοσοκομεία, με χρέη 1,683 δισ. ευρώ προς τους προμηθευτές τους. Η αύξηση κατά 519 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο αποτυπώνει τη γύμνια της κυβερνητικής πολιτικής στον χώρο της Υγείας. Οι προμηθευτές καλούνται να συνεχίσουν να στηρίζουν το σύστημα χωρίς να πληρώνονται, ενώ η κυβέρνηση περιορίζεται σε λογιστικές διευκρινίσεις για rebate και clawback, αποφεύγοντας την ουσία που είναι η έλλειψη πραγματικής χρηματοδότησης.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και στον ΕΟΠΥΥ, αλλά και στον κρατικό προϋπολογισμό, του οποίου τα χρέη προς ιδιώτες διπλασιάστηκαν μέσα σε έναν χρόνο φτάνοντας τα 300 εκατ. ευρώ. Ακόμη και τα έργα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων προχωρούν με απλήρωτους αναδόχους, αποδεικνύοντας ότι το κράτος χρηματοδοτεί το αφήγημά του με ξένα κεφάλαια.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων ανέρχονται σε 766 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που ανήκουν σε πολίτες και επιχειρήσεις, αλλά παραμένουν στα κρατικά ταμεία για να βελτιώνουν τεχνητά την ταμειακή εικόνα. Δεν πρόκειται για αδυναμία, αλλά για επιλογή.
Η κυβέρνηση εμφανίζει ένα πλεόνασμα που δεν βασίζεται στην ισχυροποίηση της οικονομίας, αλλά στην εξάντληση της αγοράς. Πρόκειται για μια πολιτική που μετατρέπει το Δημόσιο σε μηχανισμό ανακύκλωσης χρεών και ακυρώνει κάθε αφήγημα περί σοβαρής και υπεύθυνης δημοσιονομικής διαχείρισης. Αν αυτό είναι το μοντέλο ανάπτυξης, τότε η πραγματική οικονομία καλείται για ακόμη μια φορά να πληρώσει τον λογαριασμό.