
Η αιφνιδιαστική αμερικανική επίθεση στο Καράκας και η σύλληψη – απαγωγή εν ενεργεία αρχηγού κράτους σηματοδοτούν μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση της αμερικανικής πολιτικής στη Λατινική Αμερική. Όπως αναλύει η βρετανική The Guardian, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί που σημειώθηκαν τα ξημερώματα του Σαββάτου στη Βενεζουέλα και η μεταφορά του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του Σίλια Φλόρες εκτός χώρας αποτελούν το αποκορύφωμα μιας μακρόχρονης και συστηματικής εκστρατείας πίεσης από τις ΗΠΑ.
Λίγες ώρες μετά τις εκρήξεις που συγκλόνισαν την πρωτεύουσα πριν ακόμη χαράξει, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον Μαδούρο και τον μετέφεραν σε αμερικανικό έδαφος. Η υπουργός Δικαιοσύνης των ΗΠΑ Πάμ Μπόντι δήλωσε ότι θα δικαστεί στη Νέα Υόρκη για «ναρκωτρομοκρατία», με νέο κατηγορητήριο να εκδίδεται το Σάββατο.
Ο ίδιος ο Τραμπ ανάρτησε φωτογραφία στην πλατφόρμα Truth Social με τη λεζάντα «Nicolas Maduro on board the USS Iwo Jima», εικόνα που προκάλεσε διεθνές σοκ, καθώς απεικονίζει τον πρόεδρο της Βενεζουέλας δεμένο, με δεμένα μάτια και ακουστικά.
Σύμφωνα με τον Guardian, η επιχείρηση δεν ήταν στιγμιαία απόφαση. Από τον Σεπτέμβριο, το αμερικανικό ναυτικό είχε αναπτύξει ισχυρές δυνάμεις ανοιχτά των ακτών της Βενεζουέλας, πραγματοποιώντας επιθέσεις σε πλοιάρια που φέρονται να σχετίζονται με διακίνηση ναρκωτικών και κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων. Τουλάχιστον 110 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους σε αυτές τις επιχειρήσεις, με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να προειδοποιούν ότι ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη και πιο άμεση αμερικανική στρατιωτική ενέργεια στη Λατινική Αμερική μετά την εισβολή στον Παναμά το 1989, αιφνιδιάζοντας συμμάχους και αντιπάλους των ΗΠΑ.
Σε συνέντευξη Τύπου στο Mar-a-Lago, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν τη Βενεζουέλα» μέχρι να υπάρξει πολιτική μετάβαση, προαναγγέλλοντας είσοδο αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στη χώρα. Παρά τις δηλώσεις αυτές, ο στρατός της Βενεζουέλας φαίνεται να διατηρεί τον έλεγχο των στρατιωτικών εγκαταστάσεων και των θεσμών.
Οι σχέσεις ΗΠΑ–Βενεζουέλας βρίσκονται σε διαρκή ένταση από την άνοδο του Ούγκο Τσάβες το 1999. Μετά τον θάνατό του και την ανάληψη της εξουσίας από τον Μαδούρο το 2013, η Ουάσιγκτον κατηγόρησε το καθεστώς για αυταρχισμό, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και διάβρωση των θεσμών. Το 2019 οι ΗΠΑ αναγνώρισαν τον Χουάν Γκουαϊδό ως πρόεδρο, αμφισβητώντας ανοιχτά τη νομιμότητα του Μαδούρο.
Η ένταση κορυφώθηκε μετά τις εκλογές του 2024, όταν η αντιπολίτευση και διεθνείς παρατηρητές υποστήριξαν ότι νικητής ήταν ο Εδμούνδο Γκονσάλες, με τον Μαδούρο να παραμένει στην εξουσία μέσω σκληρής καταστολής.
Παρά τη σύλληψη του προέδρου, ο υπουργός Άμυνας της Βενεζουέλας κάλεσε σε αντίσταση απέναντι στη «ξένη εισβολή», ενώ αναλυτές προειδοποιούν για παρατεταμένο χάος, προσφυγικές ροές και εσωτερικές συγκρούσεις. Αμερικανικά πολεμικά παίγνια στο παρελθόν είχαν προβλέψει ότι η «αποκεφαλισμένη» ηγεσία της χώρας θα οδηγούσε σε παρατεταμένη αστάθεια χωρίς σαφή διέξοδο.
Το βέβαιο, σύμφωνα με την ανάλυση του Guardian, είναι ότι οι ΗΠΑ διεκδικούν πλέον ανοιχτά ρόλο ρυθμιστή στο μέλλον της Βενεζουέλας – με στρατιωτικά μέσα ή και πέρα από αυτά – ανοίγοντας ένα εξαιρετικά επικίνδυνο κεφάλαιο για το διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια ισορροπία ισχύος.