
Στο «Μουσικό Καφενείο», εκεί όπου τα τραπεζάκια κρατούν ακόμη ψίθυρους γειτονιάς, ο παλαίμαχος ταχυδρόμος και φωτογράφος της καρδιάς μας, ο Μπάμπης Στυλιανίδης, άνοιξε έναν φάκελο παλιό — κι από μέσα ξεχύθηκε μια μικρή ιστορία της πόλης. «Αυτός ο φάκελος», λέει, «περιέχει την εφημερίδα του “Ζήνωνα”, του ταχυδρομικού σωματείου Νομού Λέσβου με έδρα τη Μυτιλήνη».


Μια εφημερίδα που έβγαινε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τα μέσα του ’90 και μοιραζόταν σε όλα τα ταχυδρομικά γραφεία: προβλήματα, σχόλια, ειδησούλες. Ήταν πρωτοπόρο για την εποχή ένα μικρό σωματείο να βγάζει εφημερίδα και να την κυκλοφορεί παντού. Την ξεκίνησε ο Βαγγέλης Χατζημανώλης, το 1975 που ιδρύθηκε το σωματείο, και «μετά πήραμε τη σκυτάλη εμείς».

Τότε το ταχυδρομείο είχε ψυχή. «Το 1975 είχαμε 87 μέλη, φτάσαμε 110. Σήμερα έχουν μείνει 30…» λέει με εκείνη με μια μικρή πίκρα. Ναι, «αλλάξανε εποχές»: τα γράμματα λιγόστεψαν, τα e-mail πήραν τη θέση τους. Θα μπορούσε, όμως, να αναπτυχθεί το ταχυδρομείο «σε άλλους χώρους» — αργά μπήκαν μέσα και τραπεζικές υπηρεσίες, όπως παλιότερα το Ταμιευτήριο και πρόσφατα η συνεργασία με Eurobank και Alpha Bank. Κι όμως, την ώρα που οι τράπεζες έκλειναν στα χωριά, «έκλειναν και τα ταχυδρομεία». Κι έμεινε αναπάντητο το ερώτημα: «πού θα πάει αυτό;».

Από το 1980 έως το 2000
Από το 1980 έως το 2000, οι ταχυδρόμοι μπαίναν στα σπίτια γνωρίζοντας τους παραλήπτες με το μικρό τους όνομα. «Τα κλειδιά ήταν πάνω στην πόρτα. Αφήναμε το γράμμα στο τραπεζάκι, λέγαμε “καλημέρα” και φεύγαμε». Οι νοικοκυρές κράταγαν έναν καφέ έτοιμο «αν προλάβαινες». Οι επιταγές, οι δοσοληψίες, τα εμβάσματα «από τα παιδιά στους γονείς και το ανάποδο»: ήταν μια οικονομία οικειότητας, πριν από τα ΑΤΜ, πριν από τα κινητά.

Μετά το 2000, τα κλειδιά μπήκαν μέσα. «Η εγκληματικότητα, οι κλεψιές, ο φόβος… και οι εποχές άλλαξαν». Αλλά τίποτε δεν σβήνει την ανάμνηση από τις γιορτές: «Χριστούγεννα και Πάσχα, 15-20 τσουβάλια κάρτες ο καθένας είχαμε να μοιράσουμε. Από Γερμανία, Ολλανδία, Αυστραλία. Η γυναίκα μου αγανακτούσε — 30 χρόνια δεν μπορούσαμε να φύγουμε τις μέρες των γιορτών». Κι ύστερα, ήρθαν οι λογαριασμοί. «Από “αγαπητός”, ο ταχυδρόμος έγινε εκείνος που φέρνει τα χαρτιά: “ωχ, τι μου έφερες πάλι;”».
Στο περιθώριο, ένας κόσμος συλλεκτικός: φιλοτελιστές, πρώτες ημέρες κυκλοφορίας, τηλεκάρτες. «Κάποτε είχαν αξία. Μετά, τίποτα». Και μια φωτογραφία του Θόδωρου Δουκάκη: ο Μπάμπης «στο πόδι», όπως τον πέτυχε «κρυμμένος απέναντι» στο Μουσικό. Στιγμιότυπα που φτιάχνουν μικρή ανθολογία πόλης.
«Ο Άγιος Βασίλης άφησε το δώρο στο ταχυδρομείο»
Οι ιστορίες που κουβάλησε ο ταχυδρόμος δεν ήταν μόνο φάκελοι. Ήταν η ανθρωπιά προσωποποιημένη.
Πρώτη, στη Χρυσομαλλούσα, τέλη ’70. Ο μικρός Νικολάκης κλαίει στην αυλή: «Ο Άγιος Βασίλης δεν μου φέρνει δώρο» λέει στους δικούς του και ο Μπάμπης τον ακούει. «Φταίει το ταχυδρομείο», πετάγεται για να το «σώσει»: «ήρθε το ποδήλατο, το άφησε ο Άγιος και θα στο φέρουμε αύριο». Το ίδιο βράδυ, οι ταχυδρόμοι μαζεύουν χρήματα, αγοράζουν ένα τρίκυκλο. «Ακόμη θυμάμαι τη φατσούλα του όταν το πήρε. Ένα μικρό δώρο, ένας θησαυρός».

Δεύτερη, αρχές ’80. Μια ξένη τράπεζα στον Πειραιά ψάχνει κληρονόμο: λογαριασμός «με σεβαστό ποσό», ο καταθέτης ναυτικός έχει πεθάνει. Τα γραφεία δεν βρίσκουν άκρη, απευθύνονται στο ταχυδρομείο. Οι διανομείς, με υπομονή και μνήμη όλης της γειτονιάς, βρίσκουν τη γυναίκα του στη Λαγκάδα. «Η γυναίκα δεν ήξερε ότι υπήρχε βιβλιάριο. Όταν ταυτοποιήθηκε, πήρε αυτά που της ανήκαν. Μας φώναζε μέσα στο σπίτι από την ευγνωμοσύνη — αλλάζαμε δρόμο για να μη μας κεράσει για δέκατη φορά».
Τρίτη, τα αγροτικά δρομολόγια. Ο Παναγιώτης με Yamaha που μόνο εκείνος την έβαζε μπρος», φέρνει γράμματα, επιταγές… και καμιά φορά φάρμακα. «Δεν είχε φαρμακείο. Του λέγανε “φέρε και δυο φάρμακα”. Μια θεία του ζήτησε και πιεσόμετρο “να τη μετρήσει”. Όταν πήγε, είχε μαζευτεί μισό χωριό. Από τότε, “έρχεται ο γιατρός” φώναζαν — ο ταχυδρόμος δηλαδή».

Τέταρτη, στο Λαζαρέτο. Η κυρία Ά. είχε κόρη παντρεμένη στην Αυστραλία, γιο στη Μυτιλήνη. «Η κόρη έγραφε κάθε μήνα και ξαφνικά σταμάτησε. Η μάνα έκλαιγε. Ο γιος με παίρνει παράμερα: “η αδερφή μου πέθανε, εδώ και τέσσερις μήνες, δεν της το λέμε”». Οι ταχυδρόμοι γράφουν ένα γράμμα «σαν να ήταν από την κόρη», με αυστραλέζικο γραμματόσημο: «είμαι καλά, άλλαξα πολύ, θα είμαστε καλά από εδώ και πέρα». «Η γιαγιά πήρε τα πάνω της. Ένα μήνα μετά έφυγε κι εκείνη, με το γράμμα δίπλα στο κομοδίνο».
Το σπίτι του ταχυδρομείου
Κάπου ανάμεσα στις αφηγήσεις, αναδύεται το παράπονο για το «ιδιόκτητο ταχυδρομείο της Μυτιλήνης»: ένα κτήριο «ανεκμετάλλευτο τελείως», που «κάποτε θέλαν να το κάνουν παραθεριστικό κέντρο» και «έμεινε να πληρώνει νοίκι» το Δημόσιο, ενώ «λίγα χρήματα για επισκευή δεν βρέθηκαν ποτέ». Είναι από εκείνες τις μικρές, καθημερινές αδικίες που δεν χωράνε σε ισολογισμούς αλλά γράφονται στο ηθικό βιβλίο της πόλης.

Και μετά, η μετάβαση. Τα sites, τα SMS, οι ψηφιακές «λύσεις». Οι κάρτες έγιναν ειδοποιήσεις, οι ουρές έγιναν κλικ, η αναμονή του φακέλου έγινε «refresh». Κι όμως, οι άνθρωποι μείναν: ηλικιωμένοι που «περιμένανε το συστημένο», φοιτητές που αγωνιούσαν για το έμβασμα, παιδιά που γυρεύαν αυτόγραφά από «Πασχάλη και Βασκόπουλο». Ένας ιστός σχέσεων που ο ταχυδρόμος διαχειριζόταν με εχεμύθεια και ευγένεια, «ψυχολόγος, γιατρός, αγγελιαφόρος» — κι ένα κομμάτι από τη συλλογική μας αυτοβιογραφία.
Κάθε κλείσιμο είναι και μια σιωπή
Σήμερα που κλείνουν υποκαταστήματα, τροποποιούνται δίκτυα, σχεδιάζονται συγχωνεύσεις, η κουβέντα γλιστρά εύκολα σε νούμερα: κόστη, αποδόσεις, «λειτουργικές ζημίες». Ο Στυλιανίδης δεν ωραιοποιεί. Λέει καθαρά πως «οι εποχές άλλαξαν» και πως «έπρεπε να γίνει αναδιοργάνωση». Αλλά επιμένει σε κάτι απλό: «το ταχυδρομείο κάνει κοινωνικό έργο». Δεν είναι μόνο το γράμμα — είναι η διαδρομή του. Δεν είναι μόνο ο λογαριασμός — είναι ο άνθρωπος που τον παραδίδει. Κι αυτό, όσο κι αν αλλάζει η τεχνολογία, δεν αντικαθίσταται.
Κάθε φορά που ένα ταχυδρομείο κατεβάζει ρολά, δεν κλείνει μόνο ένα γκισέ· κλείνει κι ένα παράθυρο επαφής, μια πόρτα με τα κλειδιά «πάνω».
Κι ίσως αυτό να είναι το δέμα που οφείλουμε να παραδώσουμε εμείς, τώρα: μνήμη, ευγνωμοσύνη, και λίγη από τη γενναιοδωρία εκείνων των ταχυδρόμων που μάζευαν χρήματα για να φτάσει ένα ποδήλατο στην αυλή ενός παιδιού παραμονές Χριστουγέννων.