
Γιατί η ανάγκη των εφήβων για αποδοχή, αναγνώριση και επιβεβαίωση φτάνει να εκφράζεται ακόμη και μέσα από τη βία; Πώς φτάσαμε στο σημείο η αξία ενός παιδιού να μετριέται με τον αριθμό των likes, των προβολών και των ακολούθων του; Γιατί η ομορφιά, η δημοφιλία, ακόμη και η θέση ενός εφήβου μέσα στην παρέα του, να καθορίζονται από την ανταπόκριση που θα έχει μια φωτογραφία ή ένα βίντεο στα social media; Και τελικά, τι είναι αυτό που λείπει από την πραγματική ζωή των παιδιών, ώστε να αναζητούν τόσο έντονα την επιβεβαίωση στον ψηφιακό κόσμο;
Τα ερωτήματα αυτά επανέρχονται με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό βίας μεταξύ δύο 14χρονων κοριτσιών στο κέντρο της Μυτιλήνης. Ένα περιστατικό που προβληματίζει όχι μόνο για τη συμπλοκή, αλλά κυρίως για τη στάση των συνομηλίκων τους, οι οποίοι παρακολουθούσαν και κατέγραφαν με τα κινητά τους όσα συνέβαιναν, αντί να αναζητήσουν βοήθεια. Το βίντεο αναρτήθηκε για σύντομο χρονικό διάστημα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μετατρέποντας μια βίαιη αντιπαράθεση σε ψηφιακό θέαμα.
Πίσω όμως από αυτές τις εικόνες βρίσκονται βαθύτερα ζητήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μεγαλώνουν, επικοινωνούν και αναζητούν την αποδοχή οι σημερινοί έφηβοι. Για όλα αυτά μίλησε στο «Ν» η ψυχολόγος του Νοσοκομείου Μυτιλήνης, Στέλλα Σπύρου, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί η βία μπορεί να μετατρέπεται σε μέσο επιβεβαίωσης, ποιον ρόλο διαδραματίζουν τα social media και πώς μπορούν οι γονείς να πλησιάσουν ουσιαστικά τα παιδιά τους. Παράλληλα, θέτει ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα, την ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας απέναντι σε μια γενιά που μεγαλώνει με την οθόνη διαρκώς παρούσα στην καθημερινότητά της.
H βία υπήρχε πάντα, το καινούριο είναι ότι γίνεται θέαμα
Η Στέλλα Σπύρου ξεκαθαρίζει αρχικά ότι η επιθετικότητα στην εφηβεία δεν αποτελεί καινούριο φαινόμενο. Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια περίοδο κατά την οποία η παρορμητικότητα είναι έντονη, η ανάγκη για αναγνώριση μεγάλη και η κριτική τους ικανότητα εξακολουθεί να αναπτύσσεται.
Εκείνο που έχει αλλάξει, όπως εξηγεί, είναι ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται και αντιμετωπίζεται η βία.
«Το καινούριο είναι πώς αυτή παρουσιάζεται στο δημόσιο πλαίσιο και πώς το αντιμετωπίζουμε όλοι οι υπόλοιποι», σημειώνει.
Σε παλαιότερες εποχές, όπως αναφέρει, σε έναν καβγά μεταξύ εφήβων υπήρχαν συχνά άνθρωποι που επιχειρούσαν να παρέμβουν. Σήμερα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμπλοκή καταγράφεται και μεταφέρεται σχεδόν αμέσως στον ψηφιακό κόσμο.
«Αυτή τη στιγμή γίνεται κάτι, δεν σταματάμε, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και δημόσιο θέαμα», τονίζει, εξηγώντας ότι η προσοχή στρέφεται στα likes και στην απήχηση που θα έχει το περιστατικό μεταξύ των συνομηλίκων.
Η αναγνώριση μέσα στην παρέα μπορεί έτσι να αποκτηθεί όχι μέσα από μια θετική πράξη, αλλά μέσα από την επιθετικότητα. Ένας έφηβος ενδέχεται να θεωρήσει ότι κερδίζει κύρος επειδή επέβαλε τη δύναμή του και επειδή το περιστατικό συγκέντρωσε την προσοχή των άλλων.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται στα δύο παιδιά που συμμετέχουν σε μια συμπλοκή. Αφορά και εκείνους που παρακολουθούν, επιδοκιμάζουν ή αναπαράγουν το περιστατικό.
«Γιατί έτσι θα μας δώσουν σημασία»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν όσα περιγράφει η ψυχολόγος από τις συζητήσεις της με εφήβους.
Όταν επιχειρεί να καταλάβει γιατί ένα παιδί οδηγήθηκε σε μια βίαιη συμπεριφορά, συχνά διαπιστώνει ότι η αφορμή ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με την ένταση που ακολούθησε. «Η ένταση δεν ανταποκρίνεται στην αιτία και στην αφορμή», παρατηρεί.
Η απάντηση που έχει ακούσει από παιδιά όταν τα ρωτά γιατί έπραξαν με συγκεκριμένο τρόπο είναι αποκαλυπτική. «Μα το κάναμε γιατί έπρεπε να το κάνουμε. Γιατί έτσι θα μας δώσουν σημασία».
Σε αυτές τις λίγες λέξεις αποτυπώνεται ένα σημαντικό κομμάτι του προβλήματος. Η ανάγκη να τους προσέξουν, να αποκτήσουν μια θέση στην ομάδα, να νιώσουν ότι μετρούν για τους άλλους, μπορεί να οδηγήσει ορισμένους εφήβους ακόμη και σε συμπεριφορές που πληγώνουν τους συμμαθητές ή τους φίλους τους.
Η Στέλλα Σπύρου επισημαίνει επίσης ότι σε τέτοιες καταστάσεις ακόμη και το παιδί που δέχεται τη βία μπορεί να βιώσει στη συνέχεια την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων ως μια μορφή αναγνώρισης. Δεν πρόκειται, βέβαια, για υποβάθμιση του τραύματος που μπορεί να προκαλέσει ένας ξυλοδαρμός, αλλά για μια προσπάθεια να εξηγηθούν οι σύνθετοι μηχανισμοί με τους οποίους οι έφηβοι αναζητούν την αποδοχή.
Αντίστοιχα, εκείνος που ασκεί τη βία μπορεί να εισπράξει επιδοκιμασία από την παρέα του, αποκτώντας την αίσθηση ότι είναι ισχυρός ή ότι έχει επιβληθεί στους άλλους. Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με την ψυχολόγο, είναι γιατί τα παιδιά αναζητούν την επιβεβαίωση με αυτόν τον τρόπο.
Μια γενιά που μεγάλωσε πίσω από μια οθόνη
Η συζήτηση στράφηκε αναπόφευκτα και στα χρόνια της πανδημίας, τα οποία, σύμφωνα με τη Στέλλα Σπύρου, επηρέασαν καθοριστικά την κοινωνικοποίηση των σημερινών εφήβων.
Πρόκειται για παιδιά που πέρασαν ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο στάδιο της ανάπτυξής τους μέσα στους περιορισμούς του COVID, με το διαδίκτυο να αποτελεί βασική διέξοδο επικοινωνίας και αναζήτησης εμπειριών.
Η ψυχολόγος περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο την αίσθηση ασφάλειας που είχαν τότε πολλοί γονείς, επειδή τα παιδιά τους βρίσκονταν στο σπίτι.
«Το δωμάτιο, μέσω του διαδικτύου, ήταν ένας σκοτεινός δρόμος, που υπήρχαν παράδρομοι, που το παιδί κυκλοφορούσε μόνο του και δεν ήξερες τι θα σου βγει μπροστά σου», αναφέρει.
Όπως εξηγεί, τα παιδιά μπορούσαν να εκτεθούν σε περιεχόμενο που δεν είχαν ακόμη την ωριμότητα να αξιολογήσουν. Βίαια βίντεο, διαδικτυακές συμπεριφορές και εικόνες επιθετικότητας έγιναν μέρος της καθημερινότητάς τους.
Η ίδια μεταφέρει μάλιστα την ανησυχία της για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι έφηβοι αντιλαμβάνονται τη βία που βλέπουν στις οθόνες, επισημαίνοντας ότι δυσκολεύονται κάποιες φορές να συνδέσουν τις εικόνες αυτές με τον πραγματικό πόνο που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος.
Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια ή παρακολουθεί βίντεο θα εκδηλώσει βίαιη συμπεριφορά. Αναδεικνύει όμως, σύμφωνα με όσα περιγράφει η ψυχολόγος, την ανάγκη να συζητούν οι ενήλικες με τα παιδιά για το περιεχόμενο που καταναλώνουν και για τις πραγματικές συνέπειες της βίας.
Οι γονείς δεν χρειάζεται να γίνουν αστυνομικοί των παιδιών τους
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορά τη στάση που πρέπει να κρατούν οι γονείς απέναντι στους εφήβους.
Στο ερώτημα πώς μπορεί ένας γονέας να ελέγχει όσα παρακολουθεί το παιδί του στα social media, η Στέλλα Σπύρου στάθηκε ιδιαίτερα στην ίδια τη λέξη «έλεγχος».
«Η λέξη έλεγχος είναι τζιζ για τους εφήβους», είπε χαρακτηριστικά.
Η απάντησή της δεν είναι η απαγόρευση ούτε η τιμωρία, αλλά η προσπάθεια ουσιαστικής επικοινωνίας.
Προτείνει στους γονείς να πλησιάσουν τον κόσμο των παιδιών τους, ακόμη και μέσα από δραστηριότητες που οι ίδιοι μπορεί να μη γνωρίζουν ή να μη βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Να δοκιμάσουν να παίξουν μαζί τους ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, να ακούσουν τη μουσική τους, να συζητήσουν τους στίχους ενός τραγουδιού και να καταλάβουν τι είναι αυτό που τα συγκινεί.
Η ίδια χρησιμοποιεί ως παράδειγμα τραγούδια με στίχους που υποτιμούν τις γυναίκες. Όπως αναφέρει, έχει συναντήσει εφήβους που τα τραγουδούν χωρίς να έχουν αναλογιστεί ουσιαστικά το περιεχόμενό τους.
Το ζητούμενο, διευκρινίζει, δεν είναι να απαγορεύσει ο γονέας ένα μουσικό είδος, αλλά να αξιοποιήσει την αφορμή για συζήτηση. Να ρωτήσει το παιδί τι σημαίνουν οι στίχοι, αν συμφωνεί μαζί τους και πώς θα ένιωθε αν κάποιος του συμπεριφερόταν με αυτόν τον τρόπο.
Μέσα από τέτοιες καθημερινές συζητήσεις, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη.
«Τα παιδιά ακούν τους γονείς, ακόμη κι όταν αντιδρούν»
Η ψυχολόγος στέλνει και ένα καθησυχαστικό μήνυμα στους γονείς που αισθάνονται ότι τα παιδιά τους δεν τους ακούνε πλέον. Η αντίδραση, εξηγεί, είναι συνηθισμένο χαρακτηριστικό της εφηβείας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι κουβέντες των γονιών χάνονται. «Ό,τι βλέπετε σε αντίδραση, να θυμάστε ότι αποτυπώνεται», σημειώνει.
Όπως εξηγεί, ένα παιδί μπορεί εκείνη τη στιγμή να διαφωνήσει, να απομακρυνθεί ή να απορρίψει όσα ακούει. Σε δεύτερο χρόνο, όμως, μπορεί να τα επεξεργαστεί και να τα αξιοποιήσει. Το σημαντικό είναι ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η συζήτηση.
Αντί για ένα επικριτικό «τι έκανες;», προτείνει στους γονείς να μοιράζονται τη δική τους οπτική, να εξηγούν τι θα έκαναν οι ίδιοι σε μια αντίστοιχη κατάσταση και να αφήνουν χώρο στον έφηβο να σκεφτεί. «Ας μην φοβούνται οι γονείς να πούνε κάποια πράγματα. Τα ακούνε οι έφηβοι», υπογραμμίζει.
Ούτε το ChatGPT μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επικοινωνία
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση της συνέντευξης αφορά τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από τους νέους.
Η Στέλλα Σπύρου παρατηρεί ότι ολοένα και περισσότεροι έφηβοι αναζητούν απαντήσεις στο ChatGPT, ακόμη και για προσωπικά ή ψυχολογικά ζητήματα. Η ίδια τους προτείνει να μη σταματούν στην απάντηση μιας εφαρμογής, αλλά να απευθύνονται και στους ανθρώπους γύρω τους. «Ας δοκιμάσουν και τους ανθρώπους. Ας δοκιμάσουν και τους γονείς», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Περιγράφει μάλιστα μια άσκηση που πραγματοποίησε με φοιτητές, ζητώντας τους να αναφέρουν προσωπικές ψυχολογικές δυσκολίες σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης και στη συνέχεια να συζητήσουν τα ίδια ζητήματα μαζί της.
Σύμφωνα με την εμπειρία που μεταφέρει, οι απαντήσεις παρουσίασαν σημαντικές διαφορές, καθώς η ανθρώπινη συζήτηση επέτρεψε να αναδειχθούν περισσότερα στοιχεία και να τεθούν διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η επισήμανσή της είναι ότι ένα ψηφιακό εργαλείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική επαφή και την επαγγελματική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα ψυχικής υγείας.
«Τα παιδιά δεν είναι μόνο των γονιών»
Προς το τέλος της συνέντευξης, η Στέλλα Σπύρου θέλησε να σταθεί σε ένα ακόμη ζήτημα που συχνά παραμένει στο περιθώριο της συζήτησης για την παραβατικότητα των ανηλίκων.
Στην ενοχοποίηση των γονιών.
Όπως αναφέρει, πολλοί γονείς νιώθουν φόβο και αγωνία για όσα συμβαίνουν γύρω τους, θεωρώντας ότι είναι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζει το παιδί τους.
Η ίδια υπενθυμίζει ότι οι σημερινές οικογένειες ζουν κάτω από έντονες οικονομικές και εργασιακές πιέσεις. Πολλοί γονείς εργάζονται πολλές ώρες, προσπαθώντας να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για το σπίτι τους, με αποτέλεσμα ο διαθέσιμος χρόνος για ουσιαστική επικοινωνία να περιορίζεται.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί αναγκαία τη συνεργασία της οικογένειας, του σχολείου, των ψυχολόγων, της αυτοδιοίκησης και συνολικά της τοπικής κοινωνίας.
Μάλιστα, απευθύνει μια συγκεκριμένη πρόταση και προς τον Δήμο Μυτιλήνης, ζητώντας να αναπτυχθούν περισσότεροι χώροι και δραστηριότητες δημιουργικής απασχόλησης για εφήβους, σχεδιασμένοι με βάση τα πραγματικά ενδιαφέροντα των παιδιών.
Ακόμη και ένας οργανωμένος χώρος όπου οι νέοι θα μπορούν να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια μαζί, να συνεργάζονται και να επικοινωνούν πρόσωπο με πρόσωπο, θα μπορούσε, όπως εξηγεί, να αποτελέσει ευκαιρία για ουσιαστική κοινωνική επαφή.
«Πρέπει όμως να γίνουνε δράσεις οι οποίες να είναι κοντά στα παιδιά», επισημαίνει.
Κλείνοντας, η ψυχολόγος απευθύνει μια ξεκάθαρη προτροπή προς τις οικογένειες να μη διστάζουν να αναζητούν βοήθεια από ειδικούς, ακόμη κι αν αρχικά χρειάζεται συμβουλευτική υποστήριξη μόνο ο γονέας.
«Τα παιδιά δεν είναι μόνο των γονιών. Είναι όλου του κοινωνικού πλαισίου», τονίζει.
Και προσθέτει ότι χρειάζεται να απαλλαγούν οι γονείς από την αντίληψη πως ευθύνονται αποκλειστικά για κάθε πρόβλημα που εμφανίζεται στην πορεία της εφηβείας.