
Για έναν επαγγελματία που μετρά τις εισπράξεις πριν πληρώσει την ασφαλιστική εισφορά ή για ένα νοικοκυριό που μεταφέρει υποχρεώσεις από μήνα σε μήνα, η οικονομία έχει πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Είναι το ποσό που απομένει μετά το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα και τη δόση. Εκεί δοκιμάζονται οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για ανάπτυξη και ενίσχυση των εισοδημάτων.
Η εξαγγελία της 30ής Σεπτεμβρίου για επέκταση της ρύθμισης παλαιών οφειλών από τις 72 στις 120 δόσεις φέρνει αυτή τη συζήτηση ξανά στο προσκήνιο. Η δυνατότητα αποπληρωμής σε βάθος δεκαετίας μπορεί να προσφέρει ουσιαστική διευκόλυνση. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύει πόσο μακρύς παραμένει ο δρόμος εξόδου από τα χρέη. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, προβλέπεται και δυνατότητα μετάβασης όσων έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις, ύστερα από αίτησή τους.
Η ύπαρξη μιας τέτοιας ρύθμισης δεν ακυρώνει από μόνη της την οικονομική ανάπτυξη. Υποχρεώνει, όμως, την κυβέρνηση να απαντήσει σε ένα δυσκολότερο ερώτημα. Πώς μεταφράζεται η βελτίωση των συνολικών οικονομικών μεγεθών σε μεγαλύτερη δυνατότητα των πολιτών να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους;
Το χρέος παραμένει μέσα στο σπίτι και στο μαγαζί
Τα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της εκκρεμότητας. Στο τέλος Απριλίου 2026, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία έφταναν τα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 3,77 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών, το συνολικό χρέος διαμορφώθηκε στα 52,42 δισ. ευρώ στο τέλος Ιουνίου. Από αυτά, περίπου 30,3 δισ. ευρώ αφορούσαν κύρια οφειλή και 22,12 δισ. ευρώ πρόσθετα τέλη και προσαυξήσεις. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς δείχνει πόσο μεγάλο μέρος του βάρους προέρχεται από τις επιβαρύνσεις που συσσωρεύονται γύρω από την αρχική υποχρέωση.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η κατανομή των οφειλετών. Σχεδόν επτά στους δέκα χρωστούν έως 15.000 ευρώ, ενώ περίπου το 84,5% έχει οφειλές έως 30.000 ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μικρές οφειλές αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού ποσού. Δείχνει, όμως, ότι το πρόβλημα αγγίζει ένα πολύ μεγάλο πλήθος ανθρώπων με σχετικά περιορισμένα χρέη, τα οποία δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν.
Πίσω από το συνολικό ύψος των οφειλών υπάρχουν διαφορετικές ιστορίες και διαφορετικές δυνατότητες αποπληρωμής. Μια αποτελεσματική πολιτική χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη αυτές τις διαφορές, αντί να αντιμετωπίζει κάθε οφειλέτη σαν να διαθέτει την ίδια οικονομική αντοχή.
Η μικρότερη δόση πρέπει να μπορεί και να πληρωθεί
Η αύξηση του αριθμού των δόσεων περιορίζει τη μηνιαία επιβάρυνση, αλλά δεν εξαφανίζει την οφειλή. Ο επαγγελματίας που ρυθμίζει ένα παλιό χρέος εξακολουθεί να έχει μπροστά του τις τρέχουσες εισφορές, τους φόρους, τους προμηθευτές και τα λειτουργικά έξοδα της επιχείρησής του.
Γι’ αυτό και η επιτυχία των 120 δόσεων θα κριθεί σε βάθος χρόνου. Το ζητούμενο είναι πόσοι θα μπορούν να παραμένουν στη ρύθμιση, πληρώνοντας παράλληλα τις νέες υποχρεώσεις τους χωρίς να δημιουργούν πρόσθετες εκκρεμότητες.
Αν το διαθέσιμο εισόδημα συνεχίζει να εξαντλείται πριν τελειώσει ο μήνας, η επιμήκυνση κινδυνεύει να μεταφέρει το αδιέξοδο στο μέλλον. Μια βιώσιμη ρύθμιση χρειάζεται δόση προσαρμοσμένη στην πραγματική δυνατότητα πληρωμής και όρους που επιτρέπουν στον οφειλέτη να παραμείνει συνεπής.
Προστασία στην πράξη απέναντι στους servicers
Στο ίδιο πεδίο εντάσσονται οι ανακοινώσεις για τις εταιρείες διαχείρισης δανείων. Για περιπτώσεις παραβίασης συμφωνημένης ρύθμισης σε βάρος συνεπούς οφειλέτη, προβλέπονται ακυρότητα της πράξης, πρόστιμα έως 500.000 ευρώ και πίστωση ποσού αντίστοιχου με πέντε μηνιαίες δόσεις.
Πρόκειται για προστασία με συγκεκριμένη χρησιμότητα, εφόσον εφαρμοστεί αποτελεσματικά. Η ανάγκη θέσπισής της, ωστόσο, αναδεικνύει και το ζήτημα της επάρκειας της εποπτείας μέχρι σήμερα.
Παραμένει επίσης ένα προηγούμενο, καθοριστικό στάδιο. Ο δανειολήπτης πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει μια συμφωνία που θα μπορεί να τηρήσει. Η προστασία μιας ενεργής ρύθμισης και η πρόσβαση σε βιώσιμη ρύθμιση είναι δύο διαφορετικές ανάγκες. Η αντιμετώπιση της πρώτης δεν συνεπάγεται αυτόματα επίλυση της δεύτερης.
Τα καύσιμα στενεύουν ακόμη περισσότερο τα περιθώρια
Την ίδια ώρα, το ενεργειακό κόστος πιέζει τον οικογενειακό και επαγγελματικό προϋπολογισμό. Η κρατική επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης αυξάνεται από τα 10 στα 15 λεπτά ανά λίτρο για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου. Με την έκπτωση των διυλιστηρίων, η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται στα 20 λεπτά. Για το πετρέλαιο θέρμανσης έχει τεθεί στόχος τιμής κάτω από 1,75 ευρώ το λίτρο, με την τελική παρέμβαση να αναμένεται πριν από την έναρξη διάθεσής του.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να περιορίσουν μέρος της επιβάρυνσης. Η τελική τιμή, όμως, είναι εκείνη που καθορίζει πόσο θα κοστίσει η μετακίνηση, η μεταφορά προϊόντων και η θέρμανση ενός σπιτιού.
Εκεί βρίσκεται και η ουσιαστική πολιτική δοκιμασία για την κυβέρνηση. Η δημοσιονομική σταθερότητα αποκτά κοινωνικό περιεχόμενο όταν συνοδεύεται από σταθερότητα στην καθημερινότητα. Όταν μια μικρή επιχείρηση μπορεί να πληρώνει χωρίς να συσσωρεύει νέα χρέη και μια οικογένεια μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες της χωρίς να περιμένει την επόμενη έκτακτη ενίσχυση.
Οι 120 δόσεις δίνουν περισσότερο χρόνο. Το ζητούμενο είναι αν αυτός ο χρόνος θα συνοδευτεί από πραγματική οικονομική ανάκαμψη για εκείνους που καλούνται να τις πληρώσουν.