
Τη δυνατότητα να καλυφθεί από το ελληνικό κράτος έως και το 70% του πρόσθετου κόστους των καυσίμων για την κίνηση των πλοίων ανέδειξε ο Παρασκευάς Φραντζέσκος, πρόεδρος του Ελληνικού Επιμελητηριακού Συνδέσμου Μεταφορών και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Επιμελητηρίου Λέσβου, μιλώντας στην εκπομπή «Οικονομία της Υπαίθρου» του 99 FM «Στο Νησί».

Όπως ανέφερε, μεταφέροντας όσα παρουσιάστηκαν στο 9ο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών που παρακολούθησε, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε στην ελληνική Πολιτεία να χρηματοδοτήσει το συγκεκριμένο ποσοστό της επιβάρυνσης. Ο ίδιος χαρακτήρισε θετική αυτή την εξέλιξη, εκτιμώντας ότι μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανάσα στην ακτοπλοΐα και να περιορίσει την πίεση για ανατιμήσεις.
Παράλληλα, από την τοποθέτησή του προκύπτει ότι πρόκειται για περιθώριο παρέμβασης που μπορεί να αξιοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς να παρουσιάζεται ως κρατική επιδότηση.
Για τη Λέσβο και τα υπόλοιπα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η προοπτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Το κόστος της ακτοπλοΐας επηρεάζει τόσο τις μετακινήσεις των κατοίκων και των επισκεπτών όσο και την τροφοδοσία της αγοράς, καθώς ενδεχόμενες αυξήσεις στους ναύλους των φορτηγών δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στις τιμές των εμπορευμάτων.
Η πρόταση να δοθεί η ενίσχυση απευθείας στα διυλιστήρια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση των ακτοπλοϊκών εταιρειών για τον τρόπο εφαρμογής της ενίσχυσης, την οποία μετέφερε ο κ. Φραντζέσκος.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι εκπρόσωποι του κλάδου ζήτησαν τα χρήματα να κατευθυνθούν απευθείας στα διυλιστήρια, ώστε η χρηματοδότηση να αποτυπωθεί στην τιμή προμήθειας του ναυτιλιακού καυσίμου.
Μια τέτοια παρέμβαση θα μπορούσε, κατά την εκτίμησή του, να περιορίσει το λειτουργικό κόστος των πλοίων και να βοηθήσει στη συγκράτηση των εισιτηρίων και των ναύλων. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, όπως εξήγησε, είναι είτε να αποφευχθούν νέες αυξήσεις είτε, εφόσον υπάρξουν, να παραμείνουν περιορισμένες.
Υπερδιπλάσια τιμή καυσίμων
Το μέγεθος της επιβάρυνσης αποτυπώνεται στα στοιχεία που, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΕΣΥΜ, παρουσιάστηκαν στο συνέδριο. Όπως είπε, πριν από τον Μάρτιο τα 1.000 λίτρα ναυτιλιακού καυσίμου κόστιζαν 600 ευρώ, ενώ πλέον η αντίστοιχη δαπάνη έχει φτάσει τα 1.350 ευρώ.
Πρόκειται για αύξηση μεγαλύτερη του διπλασιασμού, σε μια κατηγορία δαπάνης που έχει καθοριστικό βάρος στη λειτουργία των πλοίων. Ο κ. Φραντζέσκος μετέφερε την εκτίμηση των ακτοπλόων ότι τα καύσιμα αντιστοιχούν περίπου στο 55% του λειτουργικού κόστους ενός πλοίου.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και σε άλλες παρεμβάσεις στήριξης του κλάδου, όπως η μείωση κατά 50% των λιμενικών τελών πριν από το καλοκαίρι και η δέσμευση του υπουργείου να καλύπτει το κόστος των υποχρεωτικών εκπτωτικών πολιτικών που εφαρμόζουν οι εταιρείες.
Ωστόσο, η μεγάλη αύξηση των καυσίμων διατηρεί την πίεση, καθιστώντας κρίσιμη την αξιοποίηση της δυνατότητας πρόσθετης χρηματοδότησης.
Στήριξη των συνδέσεων και επανασχεδιασμός των άγονων γραμμών
Ο κ. Φραντζέσκος συνέδεσε το κόστος λειτουργίας με την ανάγκη διασφάλισης των ακτοπλοϊκών συνδέσεων, υπογραμμίζοντας ότι η επικοινωνία και η τροφοδοσία ακόμη και του μικρότερου νησιού αποτελούν υποχρέωση της Πολιτείας.
Στάθηκε επίσης στις συμβάσεις των άγονων γραμμών, επισημαίνοντας ότι είχαν υπογραφεί υπό διαφορετικές συνθήκες κόστους καυσίμων. Η μεταβολή αυτή, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό των υπηρεσιών.
Στη συζήτηση αναδείχθηκε η ανάγκη επανασχεδιασμού των γραμμών δημόσιας υπηρεσίας, με στόχο να εξυπηρετούνται τα μικρότερα νησιά και παράλληλα να βελτιώνεται η ποιότητα των μετακινήσεων. Ο ίδιος ανέφερε ότι συμμετείχε, με την ιδιότητά του ως προέδρου του ΕΕΣΥΜ, στη διαμόρφωση της έκθεσης της Επιτροπής Ανταγωνισμού για την ακτοπλοΐα, μεταφέροντας τις γνώσεις και την εμπειρία των επιμελητηρίων.
Πολύωρα ταξίδια και ανάγκη για νεότερα πλοία
Πέρα από το κόστος, στη συνέντευξη τέθηκαν τα προβλήματα των πολύωρων ταξιδιών προς τη Λέσβο και της δυσκολίας εξεύρεσης καμπίνας κατά τη θερινή περίοδο. Στη συζήτηση μεταφέρθηκε χαρακτηριστικά η περίπτωση επισκέπτη που χρειάστηκε 17 ώρες για να φτάσει στη Μυτιλήνη, πριν συνεχίσει οδικώς προς την Ερεσό.
Ο κ. Φραντζέσκος τόνισε ότι ο στόλος χρειάζεται ανανέωση, μεταφέροντας την πρόβλεψη που παρουσιάστηκε στο συνέδριο ότι το 2030 η μέση ηλικία των πλοίων στην Ελλάδα θα φτάσει τα 36 χρόνια.
Για να προχωρήσουν οι απαιτούμενες επενδύσεις, επισήμανε την ανάγκη για σταθερό θεσμικό πλαίσιο και μηχανισμούς στήριξης και χρηματοδότησης, με συμμετοχή της ελληνικής Πολιτείας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρθηκε ακόμη στην αβεβαιότητα γύρω από τα καύσιμα που θα χρησιμοποιούν τα νέα πλοία, η οποία δυσκολεύει τις επενδυτικές αποφάσεις.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η βελτίωση της εξυπηρέτησης προϋποθέτει και αναβάθμιση των λιμανιών, με έργα που θα ενισχύουν την ασφάλεια και θα διευκολύνουν την προσέγγιση μεγαλύτερων πλοίων.