
Υπάρχουν χωριά που τα συναντάς πάνω στον δρόμο σου και υπάρχουν κι εκείνα για τα οποία πρέπει να αφήσεις για λίγο τον κεντρικό δρόμο πίσω σου, να μπεις βαθύτερα στο βουνό και να τα αναζητήσεις. Ο Ασώματος είναι ένα από αυτά.
Σκαρφαλωμένος στις παρυφές του Ολύμπου της Λέσβου, σε υψόμετρο περίπου 250 με 300 μέτρων, βυθισμένος στο πράσινο και χτισμένος με την πέτρα να κυριαρχεί στα σπίτια και στα στενά του, ο Ασώματος διατηρεί ακόμη πολλά από τα χαρακτηριστικά του παλιού λεσβιακού χωριού.
Πέτρινα σπίτια με κεραμοσκεπές, στενά καλντερίμια, παλιές βρύσες, η πλατεία, η εκκλησία και το καφενείο σχηματίζουν την εικόνα ενός τόπου όπου η καθημερινότητα εξακολουθεί να κινείται σε διαφορετικούς ρυθμούς από εκείνους της πόλης.
Πίσω όμως από αυτή την εικόνα κρύβεται μια πραγματικότητα που απασχολεί όλο και περισσότερα χωριά της λεσβιακής υπαίθρου. Σήμερα στον Ασώματο ζουν περίπου 100 άνθρωποι, η μεγάλη πλειονότητα άνω των 60 ετών. Το σχολείο δεν λειτουργεί πλέον και στο χωριό έχει απομείνει μόλις ένα παιδί.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες, ένας τόπος που κάποτε πλησίαζε τους 1.000 κατοίκους βρέθηκε να μετρά τους ανθρώπους του έναν έναν.
Ο πατήρ Χρήστος βρίσκεται στον Ασώματο από το 1999. Εδώ και 27 χρόνια έχει δει το χωριό να αλλάζει, τους ηλικιωμένους να λιγοστεύουν και τις νεότερες γενιές να αναζητούν τη ζωή τους μακριά από τον τόπο όπου γεννήθηκαν οι γονείς και οι παππούδες τους.
Όπως ανέφερε μιλώντας στο «Ν», σήμερα ο μόνιμος πληθυσμός βρίσκεται κοντά στα 100 άτομα.
«Το σχολείο έχει κλείσει, παιδάκια δεν έχουμε, αλλά τα πολεμάμε», σημείωσε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας με λίγες λέξεις την προσπάθεια όσων έχουν μείνει πίσω να κρατήσουν τον τόπο τους ζωντανό.
Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από εκείνη του Ασώματου των προηγούμενων γενεών. Σύμφωνα με τον πατέρα Χρήστο, πριν από τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους το χωριό είχε φτάσει περίπου τους 950 κατοίκους.
Οι επίσημες απογραφές των μεταπολεμικών δεκαετιών αποτυπώνουν με τον δικό τους τρόπο τη σταδιακή πληθυσμιακή συρρίκνωση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Ασώματος εξακολουθούσε να αριθμεί περισσότερους από 700 κατοίκους, ενώ τις δεκαετίες που ακολούθησαν ο αριθμός μειωνόταν σταθερά. Το 1971 καταγράφονταν περισσότεροι από 500 κάτοικοι, το 1981 περίπου 450, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα ο πληθυσμός είχε πέσει κοντά στους 300.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε η μεγάλη φυγή. Οι άνθρωποι μετακινήθηκαν προς τη Μυτιλήνη, την Αθήνα, αλλά και το εξωτερικό. Τα παιδιά έφευγαν για σπουδές ή εργασία και συχνά δεν επέστρεφαν μόνιμα.
Το χωριό άρχισε σταδιακά να μικραίνει, όπως συνέβη σε δεκάδες ορεινούς οικισμούς της Λέσβου, με τα κλειστά σπίτια και την απουσία νέων οικογενειών να γίνονται όλο και πιο αισθητά.
Η ίδια η ονομασία του χωριού είναι δεμένη με τη θρησκευτική του παράδοση. Ο Ασώματος πήρε το όνομά του από τις «Ασώματες Δυνάμεις», τους αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, με ιδιαίτερη σύνδεση με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ.
Στην καρδιά του χωριού βρίσκεται ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, σημείο αναφοράς για τους κατοίκους όχι μόνο ως χώρος λατρείας αλλά και ως κομμάτι της ταυτότητας του Ασώματου.
Η γιορτή των Ταξιαρχών στις 8 Νοεμβρίου εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική ημερομηνία για το χωριό και να συγκεντρώνει ανθρώπους που μπορεί να μη ζουν πλέον μόνιμα στον Ασώματο, αλλά διατηρούν ισχυρούς δεσμούς μαζί του.
Ο πατήρ Χρήστος αναφέρει ότι η παράδοση του χωριού τοποθετεί την παλιότερη παρουσία του οικισμού ήδη από τον 13ο αιώνα, στην περιοχή Χωραφέλια.
Ιστορικές καταγραφές επιβεβαιώνουν πάντως την ύπαρξη οργανωμένου οικισμού τουλάχιστον από τα χρόνια της οθωμανικής περιόδου. Σε καταγραφές του 16ου αιώνα ο Ασώματος εμφανίζεται ήδη ως συγκροτημένο χωριό, στοιχείο που αποδεικνύει τη μακρά συνέχεια της κατοίκησης στην περιοχή.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έπειτα από πειρατικές επιδρομές οι κάτοικοι εγκατέλειψαν παλαιότερες θέσεις και μετακινήθηκαν προς ασφαλέστερες περιοχές στο εσωτερικό και προς τα βουνά, κοντά στους Αγίους Αναργύρους. Σταδιακά δημιουργήθηκε ο σημερινός οικισμός.
Η σημερινή εκκλησία, σύμφωνα με την επιγραφή στο υπέρθυρό της, εγκαινιάστηκε την 1η Ιουλίου 1796 και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παλιά κτίσματα του χωριού.
Πολλά από όσα δημιουργήθηκαν στον Ασώματο, όπως σημειώνει ο ιερέας του χωριού, έγιναν μέσα από δωρεές και την εθελοντική προσφορά των ίδιων των κατοίκων.
Αυτή η παράδοση συλλογικής προσπάθειας χαρακτήρισε για πολλά χρόνια τον Ασώματο, από την εκκλησία και το σχολείο έως τις παραγωγικές δραστηριότητες και τις υποδομές του.
Οι άνθρωποι στον Ασώματο ήταν πάντοτε συνδεμένοι με τη γη. Οι ελιές αποτελούσαν και εξακολουθούν να αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος.
Η ελαιοπαραγωγή διαμόρφωσε για πολλές δεκαετίες την οικονομία και την κοινωνική ζωή του χωριού. Χαρακτηριστικό απομεινάρι εκείνης της περιόδου είναι το παλιό ελαιοτριβείο του Συνεταιρισμού Ασωμάτου, που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα με τη συμβολή της τοπικής κοινωνίας και Ασωματιανών που ζούσαν μακριά από τον τόπο τους.
Υπήρχε όμως και μια τέχνη που χαρακτήριζε ιδιαίτερα το χωριό, η καλαθοπλεκτική. Οι άνδρες έφτιαχναν καλάθια και πανέρια και τα πουλούσαν στα γύρω χωριά, ενώ πολλές από τις γυναίκες περνούσαν τον χρόνο τους στον αργαλειό, δημιουργώντας υφαντά που είτε κρατούσαν για την προίκα των παιδιών τους είτε πουλούσαν.
Πριν από το 1922, η οικονομική και κοινωνική ζωή του χωριού είχε δεσμούς ακόμη και με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια.
Η ανταλλαγή ανθρώπων, προϊόντων και εμπορευμάτων με τη Μικρά Ασία ήταν μέρος μιας καθημερινότητας που ανατράπηκε οριστικά μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Σήμερα όλα αυτά επιβιώνουν κυρίως μέσα στις διηγήσεις των μεγαλύτερων και στα αντικείμενα που διασώθηκαν από προηγούμενες γενιές.
Στον Ασώματο έχει απομείνει ένα καφενείο. Μικρό, ζεστό, σχεδόν σαν προέκταση των σπιτιών του χωριού.
Το κρατά ανοιχτό η Ανθή.
Εκεί ο καφές δεν είναι απλώς καφές. Είναι η αφορμή για να βρεθούν οι άνθρωποι που έχουν μείνει, να ανταλλάξουν δυο κουβέντες, να μάθουν τα νέα του χωριού.
«Προσφέρουμε καφεδάκια, φαγητά, μεζεδάκια. Τον χειμώνα είναι ήρεμα αλλά και όμορφα», λέει στο «Ν» η Ανθή.
Τα βράδια κάποιοι από τους κατοίκους εξακολουθούν να συγκεντρώνονται εκεί. Τα χαρτιά ανοίγουν πάνω στα τραπέζια, μπαίνουν τα ούζα και οι μεζέδες και για λίγες ώρες το καφενείο γίνεται και πάλι το κοινωνικό κέντρο ενός χωριού που κάποτε είχε πολύ περισσότερα σημεία συνάντησης.
Η πρόεδρος του χωριού, Αφροδίτη Μολυβιάτου, θυμάται άλλες εποχές, όταν στον Ασώματο λειτουργούσαν δεκάδες μικρά καφενεία, μπακάλικα και ουζερί.
«Εγώ πρόλαβα μέχρι και 17», ανέφερε.
Σήμερα έχει απομείνει όμως ένα.
Και όσο η πόρτα του ανοίγει κάθε πρωί, η καθημερινότητα του χωριού συνεχίζεται.
Η εικόνα αλλάζει τα καλοκαίρια, στις γιορτές και τις μεγάλες αργίες.
Τότε ανοίγουν σπίτια που παραμένουν κλειστά τον περισσότερο χρόνο. Παιδιά και εγγόνια ανθρώπων που έφυγαν από τον Ασώματο επιστρέφουν για λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Οι δρόμοι αποκτούν περισσότερη κίνηση, οι αυλές γεμίζουν ξανά και το καφενείο βλέπει περισσότερα πρόσωπα.
Είναι μια προσωρινή επιστροφή που αποδεικνύει όμως ότι οι δεσμοί με τον τόπο δεν έχουν χαθεί.
Ο Ασώματος δεν είναι απλώς ένα ακόμη όμορφο ορεινό χωριό της Λέσβου.
Είναι μια μικρογραφία μιας μεγάλης αλλαγής που συντελείται εδώ και δεκαετίες στην ύπαιθρο του νησιού.
Οι 700 και περισσότεροι κάτοικοι των μεταπολεμικών χρόνων έγιναν 500, στη συνέχεια 400, μετά 300 και σήμερα περίπου 100 άνθρωποι προσπαθούν να διατηρήσουν ζωντανή μια κοινότητα με ιστορία αιώνων. Το σχολείο έκλεισε. Τα περισσότερα παλιά μαγαζιά κατέβασαν ρολά. Οι νέοι είναι ελάχιστοι.
Κι όμως, κάθε πρωί η Ανθή ανοίγει το καφενείο. Ο πατήρ Χρήστος ανοίγει την εκκλησία. Η πρόεδρος και οι κάτοικοι ασχολούνται με τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας. Κάποιος πηγαίνει στις ελιές, κάποιος θα σταματήσει στην πλατεία, κάποιος θα πει μια καλημέρα στον δρόμο.
Μπορεί οι άνθρωποι να λιγόστεψαν, όμως ο Ασώματος εξακολουθεί να έχει ζωή.
Και ίσως τελικά αυτή να είναι η ιστορία του σημερινού Ασώματου. Όχι μόνο η ιστορία ενός χωριού που αδειάζει, αλλά ενός χωριού περίπου 100 ανθρώπων που εξακολουθούν να κρατούν ζεστή την καρδιά του.