
Τη δική της εμπειρία από επίσκεψη στο ιατρείο της γιατρού που εμπλέκεται στην υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη περιγράφει με δημόσια ανάρτησή της στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης η Μαρία Ζερβού Τεντόμα, γνωστή συμπολίτισσα και πρόεδρος του Συλλόγου Εθελοντών Αιμοδοτών και Δωρητών Οργάνων Μυτιλήνης.
Η μαρτυρία της έρχεται στο φως την ώρα που σε βάρος των δύο γιατρών του ιδιωτικού ιατρείου στο Κολωνάκι έχει ασκηθεί κακουργηματική δίωξη για θανατηφόρα έκθεση, με την έρευνα των Αρχών να βρίσκεται σε εξέλιξη.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η Μαρία Ζερβού Τεντόμα στην ανάρτησή της, η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε το 2013 σε ένα ιδιαίτερα πολυτελές ιατρείο, ενώ ακριβώς απέναντι βρισκόταν το ιατρείο του συζύγου της γιατρού.
Όπως περιγράφει χαρακτηριστικά, ο σύζυγος της γιατρού ήταν ντυμένος «σαν λόρδος», φορώντας κόκκινο βελούδινο σακάκι. Η επίσκεψη, σύμφωνα πάντα με την ανάρτησή της, κόστισε τότε 250 ευρώ.
Η ίδια αναφέρει ότι, πέρα από ορισμένες βιταμίνες που αγόρασαν από το κατάστημα «Βιόκαρπος», δεν τους χορηγήθηκε κάποια άλλη θεραπεία. Εκτιμά μάλιστα ότι εκείνη την περίοδο δεν είχαν ακόμη αρχίσει οι περισσότερο εξειδικευμένες θεραπείες που έχουν βρεθεί σήμερα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η μαρτυρία αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο σημείο όπου η κ. Τεντόμα περιγράφει την παραπομπή τους σε μία Ρωσίδα γιατρό στην Κηφισιά, προκειμένου να προμηθευτούν, όπως υποστηρίζει, ιδιαίτερα ακριβά φάρμακα προερχόμενα από τη Ρωσία.
Σύμφωνα με την ίδια, στην είσοδο της πολυκατοικίας δεν υπήρχε κάποια πινακίδα ή άλλη ένδειξη για τη λειτουργία ιατρείου. Όταν έφτασαν στον χώρο, η γυναίκα φέρεται να εμφάνισε τα σκευάσματα πίσω από μία κουρτίνα.
Η εικόνα αυτή τους προκάλεσε έντονες υποψίες και τελικά αποφάσισαν να αποχωρήσουν χωρίς να προχωρήσουν στην αγορά των φαρμάκων.
Η Μαρία Ζερβού Τεντόμα ολοκληρώνει την ανάρτησή της θέτοντας ερωτήματα για το εύρος των πρακτικών που περιγράφει και ζητώντας από την αστυνομική έρευνα να διαπιστώσει εάν υπήρχε οργανωμένη σύνδεση προσώπων και πόσοι πολίτες ενδέχεται να είχαν αντίστοιχες εμπειρίες.
Οι αναφορές της αποτελούν προσωπική μαρτυρία και δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη τέλεσης παράνομων πράξεων. Η αξιολόγηση των καταγγελλόμενων περιστατικών ανήκει στις αρμόδιες Αρχές.