
Υπάρχουν δηλώσεις που προκαλούν αντιδράσεις επειδή διατυπώθηκαν άκομψα και υπάρχουν δηλώσεις που αποκαλύπτουν έναν ολόκληρο τρόπο πολιτικής σκέψης. Η τοποθέτηση της Σοφίας Βούλτεψη για τις εγκύους εκπαιδευτικούς ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Μιλώντας στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» του OPEN για τα τεράστια κενά στα σχολεία και τη διαρκή προσφυγή στις προσλήψεις αναπληρωτών, η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας δήλωσε:«Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι γιατί την πρώτη μέρα των σχολείων εμφανίζονται οι μισές εκπαιδευτικοί εγκυμονούσες».
Όχι, οι εκπαιδευτικοί δεν «εμφανίζονται» εγκυμονούσες, σαν να πρόκειται για κάποιο τέχνασμα που επιστρατεύουν προκειμένου να αποφύγουν την εργασία τους. Είναι έγκυες. Κυοφορούν παιδιά, δικαιούνται άδεια και έχουν κάθε δικαίωμα να προστατεύσουν την υγεία τους και την υγεία του παιδιού τους.Η διαφορά δεν είναι γλωσσική. Είναι βαθιά πολιτική και κοινωνική.
Το ρήμα «εμφανίζονται» αφήνει ένα δηλητηριώδες υπονοούμενο. Παρουσιάζει περίπου την εγκυμοσύνη ως ύποπτη συμπεριφορά, ως αιφνιδιασμό εις βάρος του κράτους ή ακόμη και ως βολικό τέχνασμα εργαζόμενων γυναικών. Με μία πρόταση, η Σοφία Βούλτεψη κατάφερε να μετατρέψει τη μητρότητα από δικαίωμα σε ενοχή και τις εκπαιδευτικούς από εργαζόμενες σε αποδιοπομπαίους τράγους.
Δεν φταίνε οι γυναίκες για τα κενά
Η επίμαχη δήλωση έγινε όταν η τομεάρχης Παιδείας της Ελληνικής Αριστεράς, Ιωάννα Λαλιώτου, έθεσε το αυτονόητο ερώτημα: γιατί η κυβέρνηση εξακολουθεί να προσλαμβάνει κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές, εάν δεν υπάρχουν πραγματικές και πάγιες ανάγκες στα σχολεία;
Αντί μιας τεκμηριωμένης απάντησης για τον προγραμματισμό των προσλήψεων, η Σοφία Βούλτεψη επέλεξε να δείξει με το δάχτυλο τις εγκύους εκπαιδευτικούς.
Η απάντηση της Ιωάννας Λαλιώτου ήταν άμεση και αποστομωτική:«Αν εγκυμονούσαν τόσες χιλιάδες καθηγήτριες κάθε χρόνο, τότε δεν θα είχαμε δημογραφικό πρόβλημα, κυρία Βούλτεψη».
Με μία φράση ανέδειξε τον παραλογισμό του ισχυρισμού. Διότι, προφανώς, οι χιλιάδες αναπληρωτές που προσλαμβάνονται κάθε χρόνο δεν καλύπτουν μόνο άδειες εγκυμοσύνης και μητρότητας. Καλύπτουν πάγιες ανάγκες ενός εκπαιδευτικού συστήματος που εξακολουθεί να λειτουργεί με ελλείψεις, καθυστερήσεις και εργαζομένους σε διαρκή ομηρία.
Τα κενά στην εκπαίδευση δεν γεννιούνται ξαφνικά την πρώτη ημέρα του σχολείου. Είναι γνωστά, επαναλαμβανόμενα και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμα. Προκύπτουν από πάγιες ανάγκες, συνταξιοδοτήσεις, άδειες, καθυστερημένες τοποθετήσεις και από την πολιτική επιλογή να στηρίζεται η λειτουργία των σχολείων σε αναπληρωτές που κάθε χρόνο μετακινούνται από τη μία άκρη της χώρας στην άλλη.
Η εγκυμοσύνη, όπως και κάθε νόμιμη άδεια, ασφαλώς μπορεί να δημιουργήσει την ανάγκη προσωρινής αναπλήρωσης μιας εργαζόμενης. Αυτό ακριβώς οφείλει να προβλέπει ένα οργανωμένο κράτος. Δεν εξηγεί, όμως, γιατί ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα εξαρτάται επί χρόνια από έναν μόνιμο μηχανισμό προσωρινών προσλήψεων.
Η δουλειά μιας κυβέρνησης δεν είναι να ενοχοποιεί εκείνους που ασκούν τα δικαιώματά τους. Είναι να οργανώνει τις υπηρεσίες έτσι ώστε να συνεχίζουν να λειτουργούν όταν οι εργαζόμενοι αρρωσταίνουν, γίνονται γονείς ή συνταξιοδοτούνται. Εάν ένα υπουργείο αδυνατεί να διαχειριστεί ακόμη και τις απολύτως προβλέψιμες άδειες μητρότητας, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις εγκύους. Βρίσκεται στο υπουργείο.
Ο κυνισμός πίσω από τις εξαγγελίες για το δημογραφικό
Η δήλωση γίνεται ακόμη πιο προκλητική όταν προέρχεται από εκπρόσωπο μιας κυβέρνησης η οποία επικαλείται διαρκώς το δημογραφικό πρόβλημα, την προστασία της οικογένειας και τη στήριξη της μητρότητας.
Τι ακριβώς λέει στις νέες γυναίκες η Σοφία Βούλτεψη; Να κάνουν παιδιά, αλλά όχι σε χρόνο που θα δυσκολέψει τον προγραμματισμό του υπουργείου; Να γίνουν μητέρες, αλλά να απολογούνται επειδή χρειάζονται την άδεια που προβλέπει ο νόμος; Να γεννήσουν παιδιά για να σωθεί η χώρα από τη δημογραφική κατάρρευση, αλλά να μη «δημιουργούν κενά» στην εργασία τους;
Πίσω από την παράλογη γενίκευση υπάρχει κάτι πολύ σοβαρότερο. Υπάρχει η αντίληψη ότι η εργαζόμενη γυναίκα αποτελεί εν δυνάμει «πρόβλημα», επειδή μπορεί να γίνει μητέρα. Πρόκειται ακριβώς για το στερεότυπο που επί δεκαετίες χρησιμοποιείται στην αγορά εργασίας για να αποκλείονται γυναίκες από προσλήψεις και προαγωγές ή για να ερωτώνται σε συνεντεύξεις αν σκοπεύουν να αποκτήσουν παιδιά.
Όταν αυτή η αντίληψη εκφράζεται από μία βουλευτή, δεν είναι απλώς μια κακή ατάκα. Αποκτά θεσμικό βάρος.
Η μητρότητα δεν είναι διοικητική δυσλειτουργία
Η Σοφία Βούλτεψη θα μπορούσε να μιλήσει για τον σχεδιασμό των προσλήψεων, για τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων, για τις δυσκολίες της νησιωτικής και ορεινής Ελλάδας ή για την ανάγκη έγκαιρης κάλυψης των αδειών. Προτίμησε, όμως, να δείξει με το δάχτυλο τις εγκύους.
Είναι μια εύκολη πολιτική τακτική: όταν δεν μπορείς να δικαιολογήσεις την αποτυχία του μηχανισμού, κατασκευάζεις έναν βολικό ένοχο. Άλλοτε είναι οι εργαζόμενοι που «δεν αποδίδουν», άλλοτε οι πολίτες που «δεν συμμορφώνονται» και τώρα οι εκπαιδευτικοί που έχουν το θράσος να μένουν έγκυες.
Η πραγματικότητα είναι πολύ απλούστερη. Οι εκπαιδευτικοί δεν ευθύνονται επειδή το κράτος δεν καταφέρνει να ανοίξει τα σχολεία με όλο το απαραίτητο προσωπικό. Οι αναπληρωτές δεν είναι αναλώσιμα κομμάτια ενός συστήματος που τους στέλνει κάθε χρόνο να αναζητούν σπίτι σε κάποιο νησί ή σε μια απομακρυσμένη περιοχή. Και η μητρότητα δεν αποτελεί διοικητική δυσλειτουργία.
Η τοποθέτηση της Σοφίας Βούλτεψη δεν χρειάζεται απλώς διευκρίνιση. Χρειάζεται καθαρή ανάκληση και συγγνώμη προς τις γυναίκες εκπαιδευτικούς που προσέβαλε.
Μέχρι τότε, η δήλωσή της θα παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πολιτική εξουσία επιχειρεί να φορτώσει στους εργαζομένους –και ιδιαίτερα στις γυναίκες– τις συνέπειες της δικής της αποτυχίας.