
Νέο κύμα αυξήσεων στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος προδιαγράφει η εκτίναξη της χονδρεμπορικής τιμής, την ώρα που η κυβέρνηση εξακολουθεί να αποφεύγει μια ουσιαστική παρέμβαση στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών.
Η αγορά έκλεισε την Τρίτη 25 Αυγούστου στα 173,73 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από την αρχή του 2026. Παρά τη νέα έκρηξη των τιμών, μέτρα όπως η επιβολή πλαφόν, ο αυστηρότερος έλεγχος της αγοράς και η παρέμβαση στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών δεν περιλαμβάνονται, μέχρι στιγμής, στα βασικά κυβερνητικά σενάρια.
Έτσι, τα νοικοκυριά βρίσκονται για ακόμη μία φορά αντιμέτωπα με την αβεβαιότητα, περιμένοντας στο τέλος κάθε μήνα τις ανακοινώσεις των παρόχων για να μάθουν πόσο ακριβότερο θα είναι το ρεύμα.
Άλμα 59% μέσα σε δύο ημέρες
Η άνοδος ήταν εντυπωσιακά απότομη. Την Κυριακή η χονδρεμπορική τιμή βρισκόταν στα 109,45 ευρώ ανά μεγαβατώρα και τη Δευτέρα εκτινάχθηκε στα 167,55 ευρώ. Μία ημέρα αργότερα ανέβηκε ακόμη περισσότερο, φθάνοντας στα 173,73 ευρώ.
Μέσα σε μόλις δύο ημέρες η συνολική αύξηση άγγιξε το 59%, ενώ η μέγιστη τιμή της Τρίτης έφθασε στα 235,58 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια αγορά που μπορεί να μεταφέρει μέσα σε ελάχιστο χρόνο τεράστιες πιέσεις στους καταναλωτές, χωρίς να λειτουργεί ένας αποτελεσματικός μηχανισμός συγκράτησης των αυξήσεων.
Ο Αύγουστος φορτώνει τον λογαριασμό του Σεπτεμβρίου
Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις ακραίες τιμές ορισμένων ημερών, αλλά στον μέσο όρο του Αυγούστου, ο οποίος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διαμόρφωση των τιμολογίων του επόμενου μήνα.
Μετά τις πρώτες 25 ημέρες, η μέση χονδρεμπορική τιμή υπολογίζεται περίπου στα 128,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σχεδόν 17% υψηλότερα από τα περίπου 110 ευρώ του Ιουλίου.
Η αύξηση αυτή δεν σημαίνει ότι οι λογαριασμοί θα ακριβύνουν αυτομάτως κατά 17%, καθώς οι προμηθευτές χρησιμοποιούν εργαλεία αντιστάθμισης κινδύνου και μπορούν να προσαρμόσουν τις εκπτώσεις τους. Περιορίζει, όμως, σημαντικά τα περιθώρια απορρόφησης του αυξημένου κόστους και ανοίγει τον δρόμο για υψηλότερες χρεώσεις στα πράσινα και τα υπόλοιπα κυμαινόμενα τιμολόγια.
Επιδοτήσεις αντί για παρέμβαση στις τιμές
Μπροστά στη νέα άνοδο, η κυβέρνηση εξετάζει και πάλι λύσεις που έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Στο τραπέζι βρίσκονται η επαναφορά της επιδότησης ανά κιλοβατώρα, η μεγαλύτερη απορρόφηση των αυξήσεων από τους παρόχους και ένα νέο «ρεύμα pass» με εισοδηματικά και καταναλωτικά κριτήρια.
Οι επιδοτήσεις μπορεί να προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανάσα, δεν αγγίζουν όμως την πηγή του προβλήματος. Αντί να μειώνεται η τιμή στην αγορά, ένα μέρος του αυξημένου κόστους καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό και, τελικά, από τους ίδιους τους φορολογουμένους.
Την ίδια στιγμή, δεν έχει ανακοινωθεί κάποιο πλαφόν στις τιμές ούτε ένα μόνιμο σύστημα προστασίας των καταναλωτών από τις ακραίες διακυμάνσεις. Δεν έχει παρουσιαστεί επίσης ένα σαφές σχέδιο αυστηρού ελέγχου των περιθωρίων κέρδους ή επιστροφής τυχόν υπερεσόδων στην κοινωνία.
Η ευθύνη μεταφέρεται ξανά στον καταναλωτή
Η κυβέρνηση εξετάζει παράλληλα την ενίσχυση της στροφής προς τα σταθερά μπλε τιμολόγια. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η ευθύνη μεταφέρεται και πάλι στον πολίτη, ο οποίος καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικά και συχνά πολύπλοκα προϊόντα, επιχειρώντας να προβλέψει την πορεία μιας εξαιρετικά ασταθούς αγοράς.
Οι αποφάσεις αναμένονται προς το τέλος της εβδομάδας, όταν θα οριστικοποιηθεί η μέση τιμή του Αυγούστου και θα ακολουθήσουν οι ανακοινώσεις των παρόχων. Μέχρι τότε, τα νοικοκυριά παραμένουν θεατές μιας αγοράς που καλπάζει και μιας κυβερνητικής πολιτικής που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα με προσωρινά επιδόματα, αντί να βάζει πραγματικό φρένο στις τιμές.