
Την αντιμετώπιση της ακρίβειας όχι με προσωρινά επιδόματα, αλλά με παρεμβάσεις στις αιτίες που τη γεννούν και με «αποφασιστική πολιτική σύγκρουσης με τα μεγάλα συμφέροντα» έθεσε στο επίκεντρο του πρώτου μέρους της συνέντευξής του στο vidcast του in.gr και στην Ελένη Στεργίου ο Αλέξης Τσίπρας.
Σε μια συζήτηση που ξεκίνησε σε πιο προσωπικό τόνο, με αναφορές στην «Ιθάκη», τις «Σειρήνες» και το πολιτικό ένστικτο, ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να περιγράψει το πολιτικό και προγραμματικό στίγμα της νέας του διαδρομής. Κεντρική θέση στην παρέμβασή του κατείχε η εμπειρία της διακυβέρνησης, την οποία παρουσίασε ως τη βασική διαφορά ανάμεσα στο 2015 και το σήμερα.
«Το 2015 ήξερα τι θέλω να κάνω, αλλά δεν ήξερα πώς ακριβώς μπορεί αυτό να γίνει. Σήμερα όχι μόνο ξέρω τι θέλω, αλλά και πώς να το κάνω», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι πλέον γνωρίζει καλύτερα τόσο τα περιθώρια όσο και τους περιορισμούς μέσα στους οποίους μπορεί να κινηθεί μια κυβέρνηση.
Ο Αλέξης Τσίπρας απέρριψε τις υποσχέσεις άμεσης και συνολικής ανατροπής της οικονομικής πραγματικότητας, υποστήριξε όμως ότι η πολιτική μπορεί να διευρύνει τα όρια του εφικτού και να επιφέρει συγκεκριμένες βελτιώσεις στην καθημερινότητα.
«Δεν μπορεί να γίνουν θαύματα», είπε, «αλλά μπορεί να σταματήσει αυτή η τρομακτική αισχροκέρδεια» και η συγκέντρωση του πλούτου στο 1% της κοινωνίας. Μεταξύ των στόχων που έθεσε ήταν η προστασία των μισθών, η μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% και η διαμόρφωση λύσεων για τη στεγαστική κρίση, ιδιαίτερα για τα νέα ζευγάρια.
Όπως σημείωσε, η μέση ελληνική οικογένεια διαθέτει για τη στέγη περίπου το 35% του εισοδήματός της, έναντι 19% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πολιτική αλλαγή, κατά τον ίδιο, μπορεί να προκύψει μέσα από «μικρές καθημερινές νίκες» και πολιτικές που θα ενισχύουν τα συμφέροντα «των αδύναμων, των μεσαίων και των πολλών».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη ΔΕΗ, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή λειτουργία της συμβάλλει στη διατήρηση υψηλών τιμών στην αγορά ενέργειας. Κατά τον Αλέξη Τσίπρα, παρά τις αλλαγές στη μετοχική της σύνθεση, το Δημόσιο εξακολουθεί να διαθέτει εργαλεία παρέμβασης, μεταξύ των οποίων και τη δυνατότητα επιλογής της διοίκησής της.
Στόχος της πρότασής του, όπως εξήγησε, είναι η ΔΕΗ να πάψει να λειτουργεί προς όφελος των funds και ιδιωτικών συμφερόντων και να αποκτήσει εκ νέου ρόλο δημόσιας επιχείρησης που θα κατευθύνει τον ανταγωνισμό προς όφελος της κοινωνίας και της μείωσης των τιμών.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι μια νέα κυβέρνηση οφείλει να κινείται εντός των ευρωπαϊκών κανόνων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται τη δυνατότητα άσκησης διαφορετικής ενεργειακής πολιτικής.
Για την ακρίβεια στα τρόφιμα, ο πρώην πρωθυπουργός πρότεινε τη δημιουργία Ψηφιακού Παρατηρητηρίου Τιμών, το οποίο θα καταγράφει τη διαδρομή και τη διαμόρφωση της τιμής κάθε προϊόντος «από το χωράφι στο ράφι».
Όπως υποστήριξε, απαιτείται έλεγχος σε κάθε κρίκο της εφοδιαστικής αλυσίδας, καθώς ο περιορισμός των ελέγχων στο τελικό στάδιο δεν αρκεί για να αποκαλύψει συμφωνίες, καταχρηστικές πρακτικές ή απόκρυψη κερδών μέσω θυγατρικών εταιρειών.
Στο ίδιο πλαίσιο, πρότεινε την ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και, όπου χρειάζεται, τη νομοθετική επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους. Διευκρίνισε ότι η πρότασή του δεν στρέφεται κατά του επιχειρηματικού κέρδους, αλλά κατά των καρτέλ, των ολιγοπωλίων και της αισχροκέρδειας.
Ως τρίτο βασικό πεδίο παρέμβασης περιέγραψε τη στεγαστική πολιτική. Ο Αλέξης Τσίπρας συνέδεσε την εκρηκτική άνοδο των ενοικίων με τη μείωση της προσφοράς κατοικιών, τη διεύρυνση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τη συνέχιση της Golden Visa υπό συνθήκες διαφορετικές από εκείνες στις οποίες αρχικά θεσπίστηκε.
Πρότεινε:
Αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να αποδώσει άμεσα, εκτίμησε ωστόσο ότι τα πρώτα ουσιαστικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να φανούν μέσα σε ένα έως δύο χρόνια.
Ο Αλέξης Τσίπρας άσκησε κριτική στην επιδοματική πολιτική της κυβέρνησης, σημειώνοντας ότι τα pass μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις δομικές αιτίες της ακρίβειας.
Έφερε ως παράδειγμα την επιδότηση ενοικίου, υποστηρίζοντας ότι, εάν δεν αυξηθεί η προσφορά κατοικιών, υπάρχει κίνδυνος το όφελος να απορροφηθεί τελικά από νέες αυξήσεις των μισθωμάτων.
«Το πρόβλημα της ακρίβειας δεν αντιμετωπίζεται με pass και επιδοτήσεις. Αντιμετωπίζεται με μια πιο αποφασιστική πολιτική σύγκρουσης με τα μεγάλα συμφέροντα που αισχροκερδούν», τόνισε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 12% τα τελευταία έξι χρόνια, ενώ την ίδια περίοδο τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος αυξήθηκαν κατά 50% και ο δείκτης τιμών τροφίμων κατά 32%. Αντιπαρέβαλε, επίσης, την αύξηση του μέσου μισθού στην Ελλάδα με την αντίστοιχη αύξηση 21% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Με βάση αυτή τη σύγκριση, υποστήριξε ότι η ονομαστική αύξηση των αποδοχών δεν έχει μετατραπεί σε πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Χαρακτήρισε, μάλιστα, την ακρίβεια «ένα νέο μνημόνιο», καθώς, όπως είπε, η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν προκύπτει πλέον από άμεσες μειώσεις μισθών αλλά από τη συνεχή αύξηση των τιμών.
Ο πρώην πρωθυπουργός πρότεινε ως νέο εθνικό στόχο τη σύγκλιση της Ελλάδας με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο στους μισθούς, στην αγοραστική δύναμη και στο κατά κεφαλήν εισόδημα.
«Δεν πρέπει να είμαστε ουραγοί», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η χώρα δεν μπορεί να συγκρίνεται διαρκώς μόνο με τις οικονομίες που παραδοσιακά βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Συνέδεσε, τέλος, την οικονομική ανισότητα με την ποιότητα της δημοκρατίας και τη διαφθορά. Αναφέρθηκε στις υποκλοπές, στα Τέμπη και στον ΟΠΕΚΕΠΕ, κάνοντας λόγο για ένα «καθεστώς» που έχει διαμορφωθεί στη χώρα. «Η διαφθορά και η ακρίβεια είναι δίδυμα αδελφάκια», είπε, υποστηρίζοντας ότι κάθε δημόσιος πόρος που χάνεται εξαιτίας αδιαφανών πρακτικών αφαιρείται από τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις κοινωνικές υποδομές.