
Τους εργοδότες που, όπως υποστήριξε, «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους» επέλεξε να αναδείξει η ευρωβουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Ελεονώρα Μελέτη, κατά την παρέμβασή της στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου. Μιλώντας ως σκιώδης εισηγήτρια στον φάκελο για τις προκλήσεις στην εργασία, συμπεριέλαβε στην τοποθέτησή της τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, με μια διατύπωση που μεταφέρει το βάρος της συζήτησης και στην υποτιθέμενη απειλή που συνιστούν εργαζόμενοι για τους εργοδότες τους.
«Και οι εργοδότες αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους; Πόσες επιχειρήσεις ειδικά μικρομεσαίες αντιμετωπίζουν πίεση και δυσκολίες στη διαχείριση των ομάδων τους; Και οι εργοδότες είναι θύματα των ψυχοκοινωνικών παραγόντων, όχι μόνο οι εργαζόμενοι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μια βαριά καταγγελία χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία στο απόσπασμα
Η λέξη «εκβιάζονται» περιγράφει κάτι πολύ σοβαρότερο από μια δυσκολία συνεργασίας ή μια διαφωνία στον χώρο εργασίας. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο απόσπασμα της παρέμβασής της, η ευρωβουλευτής δεν συνοδεύει την αναφορά της με αριθμούς, συγκεκριμένα περιστατικά ή διευκρινίσεις για το ποιες συμπεριφορές εννοεί.
Το ρητορικό ερώτημα «ξέρετε πόσοι;» αφήνει την εντύπωση ενός εκτεταμένου φαινομένου, χωρίς να προσφέρει την αντίστοιχη τεκμηρίωση. Και ο χαρακτηρισμός «αντιεπαγγελματίες», όταν παραμένει αόριστος, δεν βοηθά να ξεχωρίσει η πραγματικά καταχρηστική συμπεριφορά από μια εργασιακή διαφωνία.
Η διεκδίκηση καλύτερων όρων εργασίας, η άρνηση αποδοχής εξαντλητικών απαιτήσεων ή η διαμαρτυρία για τη συμπεριφορά ενός προϊσταμένου δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως πρόβλημα «επαγγελματισμού». Η κ. Μελέτη δεν ταύτισε ρητά αυτές τις διεκδικήσεις με τον εκβιασμό. Η γενικόλογη διατύπωσή της, όμως, αφήνει χωρίς σαφές περιεχόμενο μια ιδιαίτερα φορτισμένη κατηγορία.
Η πίεση δεν καταργεί τη διαφορά ισχύος
Ασφαλώς, ένας μικρός επιχειρηματίας μπορεί να βιώνει άγχος, οικονομική ανασφάλεια και δύσκολες συνεργασίες. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας είναι εύλογη. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να παρουσιαστούν εργοδότες και εργαζόμενοι σαν να βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση.
Ο εργοδότης διαθέτει κατά κανόνα καθοριστικό λόγο στην οργάνωση της δουλειάς, στην κατανομή των καθηκόντων και στην αξιολόγηση του προσωπικού. Ο εργαζόμενος εξαρτά από τον μισθό του την καθημερινή του διαβίωση και συχνά καλείται να σταθμίσει ακόμη και το προσωπικό κόστος μιας διαμαρτυρίας.
Αυτή η ασυμμετρία είναι κρίσιμη για οποιαδήποτε ουσιαστική συζήτηση σχετικά με τον εκφοβισμό και την απαξίωση στην εργασία. Η παράθεσή τους δίπλα στις δυσκολίες «διαχείρισης των ομάδων» κινδυνεύει να θολώσει τις διαφορετικές ευθύνες και τα διαφορετικά περιθώρια αντίδρασης κάθε πλευράς.
Αναγνώρισε τον εκφοβισμό, έδωσε έμφαση και στην παραγωγικότητα
Στην ίδια ομιλία, η ευρωβουλευτής αναφέρθηκε και στις δυσκολίες των εργαζομένων, μιλώντας για εκφοβισμό, λεκτική βία, απαξίωση και συνεργασία με τοξικούς συναδέλφους. Υπογράμμισε επίσης ότι οι επιπτώσεις αυτές αποτελούν κινδύνους για την υγεία και δεν είναι απλές ευαισθησίες.
Η αναφορά αυτή έχει σημασία και δεν πρέπει να αποσιωπάται. Δεν αναιρεί, όμως, την ανάγκη κριτικής στην επιλογή της να εισαγάγει μια ατεκμηρίωτη, στο παρατιθέμενο απόσπασμα, γενίκευση περί εργαζομένων που εκβιάζουν.
Κλείνοντας, η κ. Μελέτη υποστήριξε ότι η πρόληψη και οι υγιείς εργασιακές σχέσεις χτίζονται με συνεργασία και ωφελούν όλους. Παρουσίασε, μάλιστα, ως επιδίωξη του φακέλου να βοηθήσει τους υπεύθυνους εργοδότες να είναι «παραγωγικοί και ευέλικτοι» και τους εργαζομένους να αποδίδουν σε υγιή περιβάλλοντα. Η προστασία της ψυχικής υγείας, ωστόσο, χρειάζεται να αποτελεί αυτοτελή προτεραιότητα, ανεξάρτητα από την απόδοση μιας επιχείρησης.
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα παραμένει αναπάντητο το ερώτημα που η ίδια έθεσε στην Ολομέλεια — πόσους εργοδότες αφορά η καταγγελία της, με ποια στοιχεία τεκμηριώνεται και τι ακριβώς χαρακτηρίζει «εκβιασμό».
Σφοδρή κριτική Τεμπονέρα για τους «βιοπαλαιστές CEO»
Στην τοποθέτηση της Ελεονώρας Μελέτη αντέδρασε ο Τομεάρχης Εργασίας της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Διονύσης Τεμπονέρας, ασκώντας έντονη κριτική στην ευρωβουλευτή και στην πολιτική της Νέας Δημοκρατίας.
Σχολιάζοντας τις αναφορές της σε εργοδότες που «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους», ανέφερε σκωπτικά ότι η κ. Μελέτη «αισθάνθηκε την ανάγκη να υπερασπιστεί τον κάθε φουκαριάρη, βιοπαλαιστή CEO που γυρίζει σπίτι κάθε βράδυ “ράκος” από την τρομοκρατία που του ασκεί καθημερινά ο υπάλληλος της εταιρείας».
Ο ίδιος αντιπαρέβαλε στην τοποθέτησή της στοιχεία τα οποία απέδωσε στην τελευταία έκθεση της Επιθεώρησης Εργασίας. Σύμφωνα με όσα επισήμανε, οι καταγγελίες για εργασιακό bullying και εκφοβισμό στον χώρο εργασίας αυξήθηκαν κατά 43%, ενώ το 79% των περιπτώσεων αφορά συνθήκες ψυχολογικής και λεκτικής βίας.
«Για τη ΝΔ η αυθαιρεσία είναι μάλλον κανονικότητα»
Διευρύνοντας την κριτική του προς την κυβέρνηση, ο Διονύσης Τεμπονέρας υποστήριξε ότι στελέχη, υπουργοί, βουλευτές και ευρωβουλευτές της ΝΔ «έχουν χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα». Όπως ανέφερε, «όσο πιο τοξική και άδικη γίνεται η πολιτική τους τόσο περισσότερο βγάζουν τη γλώσσα και κουνούν το δάχτυλο στους πολίτες».
Παράλληλα, κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία για αδιαφορία απέναντι στην εντατικοποίηση της εργασίας, στην αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και στην παραβατικότητα στους χώρους δουλειάς, σχολιάζοντας ότι «για τη ΝΔ η αυθαιρεσία είναι μάλλον κανονικότητα».
Ο Τομεάρχης Εργασίας της ΕΛ.Α.Σ. έκλεισε τη δήλωσή του θέτοντας το πολιτικό δίλημμα όπως το προσδιορίζει η παράταξή του. «Ή με την ανασφάλεια και το 13ωρο του εκφοβισμού και της αδικίας ή με την ΕΛ.Α.Σ. και με μια πολιτική που θα αγωνίζεται για μια ζωή με αξιοπρέπεια», ανέφερε.