
Ένα νέο κύμα ανατιμήσεων φαίνεται πως βρίσκεται προ των πυλών, απειλώντας να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η άνοδος των τιμών χονδρικής στα εγχωρίως παραγόμενα βιομηχανικά προϊόντα περνά σταδιακά στο λιανεμπόριο, με τα τρόφιμα και τα είδη καθημερινής κατανάλωσης να βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο.
Τα μέχρι τώρα μέτρα ελέγχου και περιορισμού των ανατιμήσεων δεν φαίνεται να έχουν ανακόψει την ανοδική πορεία, όπως προκύπτει και από τα μηνιαία στοιχεία για τον πληθωρισμό.
Σε ασφυκτικό κλοιό τα νοικοκυριά
Οι συνεχείς ανατιμήσεις στα τρόφιμα έρχονται να προστεθούν στο αυξημένο κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος, των καυσίμων και των ενοικίων. Την ίδια ώρα, τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις αντοχές των πολιτών.
Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι έρευνες οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, το 86% των πολιτών δηλώνει ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει ούτε ένα ευρώ, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος εξαντλείται στην κάλυψη των βασικών αναγκών.
Άνοδος 8,8% στις τιμές παραγωγού
Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Παραγωγού στη Βιομηχανία, ο οποίος αφορά το σύνολο της εγχώριας και της εξωτερικής αγοράς, αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2026 κατά 8,8% σε σύγκριση με τον Ιούνιο του 2025.
Η διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς κατά την αντίστοιχη σύγκριση του 2025 με το 2024 είχε καταγραφεί αύξηση μόλις 1,6%.
Σε μηνιαία βάση, πάντως, ο δείκτης παρουσίασε μείωση κατά 3% σε σύγκριση με τον Μάιο του 2026. Έναν χρόνο νωρίτερα, στην αντίστοιχη μηνιαία σύγκριση, είχε σημειωθεί αύξηση 1,1%.
Οι αυξήσεις περνούν ήδη στο ράφι
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία των τιμών στη βιομηχανία τροφίμων. Τον Ιούνιο καταγράφηκε νέα ετήσια αύξηση κατά 2%, συνεχίζοντας το ανοδικό σερί των τελευταίων ετών.
Οι επιβαρύνσεις στις τιμές χονδρικής έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές στα λεγόμενα «ταχυκίνητα» προϊόντα, τα οποία ανανεώνονται συχνά στα ράφια, όπως τα γαλακτοκομικά και άλλα είδη καθημερινής κατανάλωσης.
Το επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι οι ανατιμήσεις μπορεί να επεκταθούν σε αγαθά μεγαλύτερης διάρκειας, αλλά και σε προϊόντα που επηρεάζονται από την αύξηση της τιμής των πρώτων υλών. Πρόσθετη πίεση δημιουργεί το κόστος μεταφοράς και διανομής, ιδιαίτερα εφόσον συνεχιστεί η άνοδος των τιμών του πετρελαίου.
Μεγάλες αυξήσεις σε καύσιμα και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό
Η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στις χονδρικές τιμές καταγράφηκε στην παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου, όπου έφθασε το 32,4%. Ακολούθησε η κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού με άνοδο 14,8%, ενώ στη συλλογή, επεξεργασία και παροχή νερού η αύξηση διαμορφώθηκε στο 11,7%.
Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι τιμές στην παραγωγή μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων κατά 4,2%, στα βασικά μέταλλα κατά 4% και στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού κατά 3,9%.
Στην παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων σημειώθηκε αύξηση 3%, ενώ η κατασκευή μεταλλικών προϊόντων, εξαιρουμένων των μηχανημάτων και του εξοπλισμού, κατέγραψε άνοδο 2,5%. Μοναδική αντίστροφη κίνηση ανάμεσα στις βασικές κατηγορίες αποτέλεσε η ποτοποιία, όπου οι χονδρικές τιμές μειώθηκαν κατά 2,4%.
Φόβοι για νέα πίεση στην αγορά
Η ταυτόχρονη άνοδος του κόστους παραγωγής, των πρώτων υλών, της ενέργειας και των μεταφορών δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο περιβάλλον. Αν οι αυξήσεις αυτές μετακυλιστούν στο σύνολό τους στους καταναλωτές, τα νοικοκυριά θα βρεθούν αντιμέτωπα με ακόμη ακριβότερο καλάθι αγορών μέσα στους επόμενους μήνες.