
Κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Παράγραφος» το βιβλίο «Τα χρόνια της ανακατωσούρας. Η δεκαετία του ’40 στη Λέσβο - Ντοκουμέντα» του Γιώργου Γαλέτσα. Το βιβλίο, που παρουσιάστηκε πριν ένα μήνα στη Μυτιλήνη, είναι καρπός πολύχρονης έρευνας του συγγραφέα, που ξεκίνησε, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου, το 2004, με την αποδελτίωση του τοπικού τύπου της μετακατοχικής περιόδου 1944 - 1947 και ολοκληρώθηκε σχεδόν 18 χρόνια μετά, το 2022, με ένα υλικό που περιλαμβάνει πάνω 2.500 αποκόμματα (άρθρα, δημοσιεύσεις, ακόμα και διαφημίσεις) του τοπικού τύπου για ολόκληρη τη δεκαετία του 1940-1950.
Τα αποκόμματα του τοπικού τύπου της δεκαετίας του ’40 είναι η μια μορφή στην οποία στηρίζεται ο συγγραφέας για τη συγγραφή του βιβλίου και την αποτυπώνει στο πρώτο μέρος του, χρονικά κατά έτος, από το 1940 και έως το 1949, παραθέτοντας για κάθε έτος μαζί με τα τεκμήρια και το χρονικό των γεγονότων.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που ο συγγραφέας τιτλοφορεί «Οι διώξεις της Αριστεράς και ο Εμφύλιος στη Λέσβο», ο Γαλέτσας χρησιμοποιεί ως αρχειακό υλικό τα βουλεύματα, τις αποφάσεις των δικαστηρίων και των έκτακτων στρατοδικείων, αλλά και άλλα δικαστικά αρχεία, μέσω των οποίων επιχειρεί να αποτυπώσει την πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα της εποχής. Το αρχειακό αυτό υλικό θα λέγαμε ότι συμπυκνώνει τη βούληση του κυρίαρχου κράτους, του κράτους «έκτακτης ανάγκης» και του τρόπου επιβολής της βούλησης αυτής στην κοινωνία. Μέσα από όλο αυτό το υλικό, ανθολογούνται και οι ανθρώπινες ιστορίες των πρωταγωνιστών της εποχής.
Ογδόντα χρόνια μετά, το τραυματικό, αλλά συνάμα και ηρωικό παρελθόν, επανέρχεται και τροφοδοτεί συζητήσεις και διαφωνίες, όχι μόνο των ιστορικών στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία. Το πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα των γεγονότων της δεκαετίας του ’40, εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να παραμένει ανεξίτηλο στην ελληνική κοινωνία. Ο Εμφύλιος, που σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα ακολούθησε την τριπλή Κατοχή, βάθυνε τις πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις που διαμορφώθηκαν στην Κατοχή. Οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειές του παρέμειναν κυρίαρχες και βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία, αναπαράγοντας το πνεύμα του, τουλάχιστον για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Αμέσως μετά τον Εμφύλιο η κοινωνία εξακολουθούσε να είναι διχασμένη, με ένα πολύ μεγάλο μέρος της αποσυνάγωγο, ενώ ο κοινοβουλευτικός μανδύας του αστυνομοκρατούμενου καθεστώτος, δεν μπορούσε να ξεγελάσει κανέναν.
Ο αντικομμουνισμός ήταν η «επίσημη» κρατική ιδεολογία, ενώ οι διώξεις εναντίων των «αντεθνικών στοιχείων» συνεχίζονταν αμείωτα, όπως και οι δηλώσεις μετανοίας με τις φυλακές να ασφυκτιούν και νέους τόπους εξορίας να εγκαινιάζονται.
Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες της Ευρώπης, στις οποίες ελάχιστοι από τους συνεργάτες των κατακτητών τιμωρήθηκαν. Οι περισσότεροι, όχι μόνο έμειναν ατιμώρητοι, αλλά στη συνέχεια ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό, αποτελώντας τμήμα της μετεμφυλιακής «εθνικοφροσύνης». Αντίθετα, όσοι αντιστάθηκαν στον κατακτητή, μέσα από τη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση, το ΕΑΜ, διώχθηκαν στη συνέχεια και τουλάχιστον ως το 1974 ήταν «αποσυνάγωγοι», εκτός «εθνικού κορμού», προδότες, «εαμοβούλγαροι».
Κεντρικό ρόλο για να επιβληθεί η επιλογή αυτή στην κοινωνία έπαιξε η ελληνική δικαιοσύνη. Η απονομή της δικαιοσύνης αμέσως μετά τον πόλεμο είχε αμιγώς πολιτικά χαρακτηριστικά. Ενώ ελάχιστοι δωσίλογοι και συνεργάτες των κατακτητών τιμωρήθηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ υπέστησαν διώξεις και χιλιάδες εκτελέστηκαν. Μέσα λοιπόν σε ένα τέτοιο κλίμα, το συλλογικό τραύμα της περιόδου παρέμεινε ζωντανό και τροφοδοτούσε τις επόμενες γενιές επανερχόμενο ξανά και ξανά, ως τις μέρες μας.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του, ο Γιώργος Γαλέτσας αναδεικνύει αυτόν ακριβώς τον κομβικό ρόλο της ελληνικής δικαιοσύνης με λεπτομέρειες, μέσα από δικαστικά αρχεία της εποχής. Εστιάζοντας στη Λέσβο, περιγράφει πως σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε η δίωξη εκατοντάδων στελεχών του ΕΑΜ στο νησί, με στόχο τη διάλυση του.
Πράγματι, η συμφωνία της Βάρκιζας, στις 12 Φλεβάρη 1945, βρίσκει το ΕΑΜ στη Λέσβο πανίσχυρο, με τεράστια συμβολή στη διατήρηση της τάξης, τη συνεννόηση και την αποφυγή των εμφύλιων συγκρούσεων. Όσο και να προσπάθησε, το κράτος των Αθηνών δεν μπόρεσε να βρει στη Λέσβο ούτε έναν πρόθυμο να στελεχώσει τάγματα Ασφαλείας, αλλά ούτε και παρακρατικές ένοπλες ομάδες, όπως έγινε στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο παραγκωνισμός λοιπόν του ΕΑΜ δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τις κυβερνητικές δυνάμεις, που ήταν διαθέσιμες στο νησί. Ήταν επείγουσα ανάγκη να υπάρξει «έξωθεν» βοήθεια. Έτσι εκείνο που δεν κατάφεραν να επιβάλλουν στη Λέσβο οι Εγγλέζοι τα Χριστούγεννα του 1944 με τα ινδικά στρατεύματα, το επιχείρησε η κυβέρνηση Βούλγαρη με την ένταση της πολιτικής σύγκρουσης, χρησιμοποιώντας κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο και κυρίως με την τεχνητή εκτράχυνση της βίας.
Τον Απρίλιο του 1945, έρχεται στη Λέσβο από την Καστοριά ο εισαγγελέας Ιωάννης Κωστόπουλος. Είχε επιλεγεί από την κυβέρνηση για μια συγκεκριμένη αποστολή. Είχε υπηρετήσει στην Κατοχή στα Γρεβενά και την Καστοριά και ήταν υπόδικος για δωσιλογισμό, αφού είχε κατηγορηθεί πως είχε παραδώσει στους Ιταλούς Έλληνες αντιστασιακούς, που εκτελέστηκαν. Ο Κωστόπουλος ερχόμενος στη Μυτιλήνη, αφού συγκέντρωσε σε κάθε χωριό τα ονόματα όλων, όσων ήταν λαϊκοί δικαστές, μέλη της πολιτοφυλακής ή μέλη των επιτροπών επισιτισμού από την άνοιξη του 1944, ως και το Φλεβάρη του 1945, τους άσκησε διώξεις, τους μεν λαϊκούς δικαστές και τα μέλη της πολιτοφυλακής για αντιποίηση αρχής – τώρα θα μου πείτε τον Ιούνιο του 1944 με γερμανική Κατοχή ποιας αρχής αντιποίηση έκαναν, αλλά αυτά για τον Κωστόπουλο ήταν ψιλά γράμματα – τα δε μέλη των επιτροπών επισιτισμού τα κατηγόρησε για κλοπή και εκβίαση, λόγω του φόρου που επέβαλαν στους πλούσιους για να καλυφθούν οι ανάγκες των πολύ φτωχών στα συσσίτια.
Το δεύτερο πράγμα που επιχείρησε είναι, πως αξιοποιώντας τις ασάφειες της συμφωνίας της Βάρκιζας για το ποιο αδίκημα χαρακτηρίζεται πολιτικό, άσκησε διώξεις για τις 19 εκτελέσεις που έγιναν από το ΕΑΜ στην Κατοχή, όχι μόνο κατά των φυσικών αυτουργών, αλλά και κατά των ηθικών αυτουργών. Ως ηθικοί αυτουργοί βαφτίστηκαν εκατοντάδες στελέχη του ΕΑΜ ανεξάρτητα αν είχαν ή όχι εμπλοκή στην κάθε εκτέλεση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Γαλέτσας, πάνω από 2.500 μέλη του ΕΑΜ, κατηγορήθηκαν με τον τρόπο αυτόν και πολλοί προφυλακίστηκαν. Αυτό ήταν το ένα μέρος του σχεδίου. Το άλλο ήταν η πρόκληση επεισοδίων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον Κωστόπουλο να παρέμβει.
Και αφού δεν βρισκόταν στη Λέσβο ούτε ταγματασφαλίτες, ούτε παρακρατικοί, γι’ αυτή τη δουλειά, έπρεπε να έλθουν από έξω. Έτσι, το 114 Τάγμα Εθνοφυλακής, που αποτελούνταν από Λέσβιους, αντικαταστάθηκε με άλλο Τάγμα, το 149, που ήλθε από την ηπειρωτική Ελλάδα με επιλεγμένα στελέχη, που ανήκαν κατά το πλείστον στο παρελθόν στα τάγματα Ασφαλείας. Λίγε μέρες μετά την άφιξή τους στη Λέσβο προπηλάκισαν και συνέλαβαν εαμίτες, ενώ στις 8 Μάη του 1945 έσπασαν τα γραφεία του ΚΚΕ.
Το ΕΑΜ απαντά στις προκλήσεις αυτές με συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στη Μυτιλήνη και σε πολλά χωριά του νησιού. Ήταν η αφορμή που έψαχνε ο εισαγγελέας Κωστόπουλος να παρέμβει. Οι διαμαρτυρίες του ΕΑΜ βαφτίστηκαν στάσεις και ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη σε δεκάδες στελέχη και μέλη του ΕΑΜ σε κάθε χωριό που έγιναν κινητοποιήσεις.
Η κατηγορία ήταν για όλους πανομοιότυπη – copy paste θα λέγαμε σήμερα - και την καταγράφει ο Γαλέτσας στο βιβλίο του: «…Οι ανωτέρω σημειωθέντες κατηγορούμενοι, αποτελούντες την αναρχοκομμουνιστικήν ηγεσίαν του χωρίου… κινητοποίησαν ομοϊδεάτες των με κατάδηλον σκοπόν να προσβάλλουν βίαια την Αρχήν…». Δεκαπέντε τέτοιες δικογραφίες με την κατηγορία της «στάσης» καταγράφει ο Γαλέτσας με κατηγορούμενους πάνω από 300 μέλη και στελέχη του ΕΑΜ. Όλοι αυτοί είχαν δύο επιλογές: Ή να προσέλθουν σε απολογία με σίγουρη την προφυλάκιση τους ή να γίνουν φυγόδικοι.
Πολύ σύντομα, τον Ιούνιο του 1945, οι φυλακές της Λαγκάδας γέμισαν από εκατοντάδες στελέχη του ΕΑΜ – μεταξύ των οποίων ολόκληρη η τοπική του ηγεσία - ενώ η ύπαιθρος της Λέσβου γέμισε με εκατοντάδες φυγόδικους - άοπλους σύμφωνα με την εντολή του κόμματος - για να αποφύγουν τη σύλληψη.
Στο βιβλίο ο Γιώργος Γαλέτσας μας δίνει πολύ τεκμηριωμένα και με λεπτομέρειες, πως σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε αυτό το σχέδιο. Ένα σχέδιο, που χωρίς την καθοριστική συμβολή της δικαιοσύνης, δεν μπορούσε να υλοποιηθεί.
Πολλοί ιστορικοί, τοποθετούν την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα το 1943, δηλαδή τη χρονιά που ιδρύθηκαν τα τάγματα Ασφαλείας. Κάτι τέτοιο φυσικά, όπως αποδεικνύει ο Γιώργος Γαλέτσας στο βιβλίο του, δεν ισχύει για τη Λέσβο. Ο εμφύλιος στη Λέσβο ξεκίνησε την άνοιξη του 1945 και έφτασε στο νησί από την Αθήνα. Τον έφερε το μεταβαρκιζιανό κράτος με επιφανή εκπρόσωπο του τον εισαγγελέα Ιωάννη Κωστόπουλο και το 149 Τάγμα Εθνοφυλακής.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με Παραρτήματα, στα οποία αναφέρονται τα ονόματα όλων των νεκρών της περιόδου 1940 – 1949, ανεξάρτητα με την παράταξη στην οποία ανήκαν, καθώς και η αιτία του βίαιου θανάτου τους. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει «ευρετήριο ονομάτων», που διευκολύνει τον αναγνώστη στη μελέτη του βιβλίου.
Το βιβλίο του Γιώργου Γαλέτσα «Τα χρόνια της ανακατωσούρας. Η δεκαετία του ’40 στη Λέσβο - Ντοκουμέντα» έρχεται να συμπληρώσει τα άλλα τρία βιβλία που έγραψε ο ίδιος, για την ίδια περίοδο, για τους εκτελεσμένους από τους Ναζί πατριώτες στη Λέσβο και για τους Λέσβιους στην Εθνική Αντίσταση και αποτελεί μια πολύτιμη παρακαταθήκη για τη διατήρηση της μνήμης μιας δύσκολης και τραυματικής δεκαετίας, όπως ήταν η δεκαετία του ‘40 για την Ελλάδα και για τη Λέσβο.