
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, από τις επιζωοτίες έως το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και την αβεβαιότητα για το μέλλον του κλάδου, το Εργαστήριο Ζωικής Παραγωγής & Προστασίας του Περιβάλλοντος παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο θέτοντας ένα κρίσιμο ερώτημα. Κατά πόσο οι πολιτικές και τα μέτρα που εφαρμόζονται για την προστασία της ζωικής παραγωγής επιτυγχάνουν τον σκοπό τους ή, αντίθετα, οδηγούν σε περαιτέρω αποδυνάμωση των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Με αφορμή τις εξελίξεις που βιώνουν κτηνοτρόφοι σε περιοχές όπως η Λέσβος, το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών και καλεί σε έναν ευρύτερο αναστοχασμό γύρω από το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Ακολουθεί η δημόσια τοποθέτηση του Εργαστηρίου:
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, από τις επιζωοτίες έως το αυξανόμενο κόστος παραγωγής και την αβεβαιότητα για το μέλλον του κλάδου, το Εργαστήριο Ζωικής Παραγωγής & Προστασίας του Περιβάλλοντος παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο θέτοντας ένα κρίσιμο ερώτημα. Κατά πόσο οι πολιτικές και τα μέτρα που εφαρμόζονται για την προστασία της ζωικής παραγωγής επιτυγχάνουν τον σκοπό τους ή, αντίθετα, οδηγούν σε περαιτέρω αποδυνάμωση των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Με αφορμή τις εξελίξεις που βιώνουν κτηνοτρόφοι σε περιοχές όπως η Λέσβος, το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει προβληματισμούς για την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων πολιτικών και καλεί σε έναν ευρύτερο αναστοχασμό γύρω από το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Η ιστορική εμπειρία διαχείρισης κρίσεων δείχνει ότι πολλές πολιτικές απέτυχαν όχι επειδή είχαν λανθασμένους στόχους, αλλά επειδή τα μέσα που επιλέχθηκαν για την επίτευξή τους προκάλεσαν μεγαλύτερη ζημιά από το πρόβλημα που επιχειρούσαν να αντιμετωπίσουν. Το ερώτημα που τίθεται σήμερα για την ελληνική κτηνοτροφία είναι αν βρισκόμαστε μπροστά σε μία τέτοια περίπτωση.
Στο όνομα της προστασίας της ζωικής παραγωγής, της αντιμετώπισης των επιζωοτιών και της διασφάλισης κανόνων βιοασφάλειας εφαρμόζονται πολιτικές και μέτρα με βαθιές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Όμως όσο οι μήνες περνούν, όλο και περισσότεροι παραγωγοί αναρωτιούνται αν το πραγματικό αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι η προστασία της κτηνοτροφίας ή η σταδιακή αποδυνάμωσή της ή ακόμα και η εξαφάνισή της. Χαρακτηριστικά παραδείγματα οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου και οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι.
Μια κτηνοτροφική μονάδα δεν επιβιώνει με εγκυκλίους, απαγορεύσεις και διοικητικές αποφάσεις που υποτίθεται ότι εκδίδονται για λογαριασμό της. Επιβιώνει όταν διαθέτει ζώα, εισόδημα, προοπτική και τη δυνατότητα να συνεχίσει να παράγει. Όταν όμως οι παραγωγοί βλέπουν το ζωικό τους κεφάλαιο να βρίσκεται σε συνεχή περιορισμό ή στη χειρότερη περίπτωση να θανατώνεται, τις οικονομικές τους αντοχές να εξαντλούνται και την αβεβαιότητα να γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό της καθημερινότητάς τους, τότε δικαιολογημένα αναρωτιούνται ποιος ακριβώς προστατεύεται.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η έμφαση συχνά επικεντρώνεται στην τυπική εφαρμογή των μέτρων και όχι στις πραγματικές τους συνέπειες στη κτηνοτροφία της χώρας. Μια πολιτική δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχημένη μόνο και μόνο επειδή εφαρμόστηκε. Οφείλει να κρίνεται από το αν διατηρεί ζωντανή την κτηνοτροφική παραγωγή που καλείται να υπηρετήσει.
Αν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές οδηγούν σε εγκατάλειψη εκμεταλλεύσεων, σε συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου, σε αποχώρηση νέων ανθρώπων από το επάγγελμα και σε περαιτέρω εξάρτηση της χώρας από εισαγόμενα προϊόντα, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς λειτουργικό. Είναι στρατηγικό και εθνικής σημασίας.
Καμία πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχημένη όταν οι κτηνοτρόφοι που καλείται να προστατεύσει αισθάνονται ότι απειλούνται από τις συνέπειές της. Η κοινωνία δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής όταν βλέπει έναν κρίσιμο παραγωγικό τομέα όπως η κτηνοτροφία να αποδυναμώνεται στο όνομα της «προστασίας» του.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει αμείλικτο: μήπως οι πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα στην κτηνοτροφία δεν περιορίζουν απλώς μια κρίση, αλλά επιταχύνουν τη διάβρωση του ίδιου του παραγωγικού ιστού που υποτίθεται ότι έχουν ως αποστολή να διαφυλάξουν;
Αν η απάντηση είναι έστω και εν μέρει θετική, τότε δεν απαιτούνται απλώς διορθωτικές κινήσεις. Απαιτείται επανεξέταση ολόκληρης της φιλοσοφίας πάνω στην οποία σχεδιάζονται και εφαρμόζονται οι πολιτικές για την ελληνική κτηνοτροφία. Γιατί η μεγαλύτερη αποτυχία μιας πολιτικής δεν είναι να μην πετύχει τον στόχο της. Είναι να καταστρέψει αυτό που θεσμικά έχει αναλάβει να προστατεύει.