
Τη διάθεση ακόμη επτά εκατομμυρίων ευρώ για την αποκατάσταση των κατολισθήσεων στον οδικό άξονα Καλλονής – Σιγρίου ανακοίνωσε σήμερα, Παρασκευή 17 Ιουλίου, από την Αγία Παρασκευή ο βουλευτής Λέσβου της Νέας Δημοκρατίας Χαράλαμπος Αθανασίου.
Η χρηματοδότηση είναι ασφαλώς απαραίτητη προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα σοβαρά προβλήματα στο τμήμα από τη Μονή Λειμώνος έως τον κόμβο της Φίλιας και ο δρόμος να δοθεί ξανά με ασφάλεια στην κυκλοφορία. Ωστόσο, η ανακοίνωση, αντί να κλείνει το θέμα, ανοίγει ένα ακόμη μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό ζήτημα.
Πώς είναι δυνατόν ένας δρόμος που κόστισε σχεδόν 56 εκατ. ευρώ, ολοκληρώθηκε στα τέλη του 2023 και εγκαινιάστηκε τον Απρίλιο του 2024 από τον ίδιο τον πρωθυπουργό να χρειάζεται, μόλις δύο χρόνια αργότερα, ακόμη επτά εκατομμύρια ευρώ για να αποκατασταθούν σοβαρές ζημιές;
Από τα 56 στα 63 εκατ. ευρώ
Το έργο «Κατασκευή – Αναβάθμιση του Οδικού Άξονα Καλλονής – Σιγρίου Λέσβου», μήκους 46,7 χιλιομέτρων, υλοποιήθηκε από την ΑΚΤΩΡ ως μέλος της κοινοπραξίας «Άκτωρ – Αναστηλωτική ΑΤΕ». Με βάση τον τελικό προϋπολογισμό, το κόστος του ανήλθε στα 55.987.088,80 ευρώ.
Με τη νέα χρηματοδότηση, το συνολικό ποσό που συνδέεται με την κατασκευή και την αποκατάσταση του άξονα ξεπερνά πλέον τα 62,9 εκατ. ευρώ. Και όλα αυτά για έναν δρόμο που παρουσιάστηκε ως ολοκληρωμένος, σύγχρονος και ασφαλής, αλλά πολύ γρήγορα εμφάνισε σοβαρά προβλήματα και έχασε μέρος της λειτουργικότητάς του.
Τα επτά εκατομμύρια δεν είναι ένα αφηρημένο ποσό. Είναι δημόσιο χρήμα. Χρήματα των φορολογουμένων, τα οποία έρχονται να προστεθούν στα σχεδόν 56 εκατ. ευρώ που είχαν ήδη διατεθεί για ένα έργο το οποίο, σύμφωνα με όσα διαβεβαίωνε η κυβέρνηση, είχε ολοκληρωθεί.
Γιατί δεν κλήθηκε ο ανάδοχος να πληρώσει;
Το βασικό ερώτημα που οφείλει να απαντήσει το Υπουργείο Υποδομών είναι συγκεκριμένο και αφορά το γιατί απαιτείται νέα δημόσια χρηματοδότηση και δεν υποχρεώθηκε ο ανάδοχος του έργου να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση για το Δημόσιο;
Βρισκόταν το έργο σε περίοδο εγγύησης ή υποχρεωτικής συντήρησης όταν εμφανίστηκαν τα προβλήματα; Είχε πραγματοποιηθεί η οριστική παραλαβή του; Υπήρχαν συμβατικές υποχρεώσεις του αναδόχου για την ασφάλεια των πρανών και την αποκατάσταση αστοχιών; Έγιναν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι πριν από την παράδοση του δρόμου;
Και, τελικά, ποιος έχει την ευθύνη για τις κατολισθήσεις; Πρόκειται για αστοχία της μελέτης, για κατασκευαστική αστοχία, για ανεπαρκή προστασία των πρανών ή για πρόβλημα που το Υπουργείο θεωρεί ότι δεν μπορούσε να προβλεφθεί;
Μέχρι σήμερα δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια μια ολοκληρωμένη τεχνική έκθεση που να απαντά ξεκάθαρα στα παραπάνω ερωτήματα και να εξηγεί γιατί ο λογαριασμός μεταφέρεται και πάλι στους πολίτες.
Τα πανηγυρικά εγκαίνια και η σκληρή πραγματικότητα
Στις 19 Απριλίου 2024, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, η κυβέρνηση εγκαινίασε τον δρόμο με πανηγυρικό τρόπο. Ο άξονας Καλλονής – Σιγρίου παρουσιάστηκε ως ένα εμβληματικό έργο, το οποίο θα άλλαζε τις μετακινήσεις και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Δυτικής Λέσβου.
Λίγους μήνες αργότερα, όμως, η εικόνα της κυβερνητικής φιέστας συγκρούστηκε με την πραγματικότητα. Ελλείψεις στη σήμανση και τον φωτισμό, προβλήματα σε κόμβους και στην απορροή των ομβρίων, καθώς και ζητήματα αστάθειας των πρανών άρχισαν να προκαλούν έντονη ανησυχία.
Τον Δεκέμβριο του 2024 σημειώθηκαν εκτεταμένες κατολισθήσεις στο τμήμα από τη Μονή Λειμώνος έως τη Φίλια. Η κατάσταση οδήγησε στο κλείσιμο του δρόμου για λόγους ασφάλειας, ενώ την άνοιξη του 2025 το ίδιο το Υπουργείο απαγόρευσε την κυκλοφορία σε μεγάλο μέρος του άξονα.
Έτσι, ένα έργο που εγκαινιάστηκε ως «ολοκληρωμένο» βρέθηκε μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να λειτουργεί με κλειστά τμήματα και εκτροπές της κυκλοφορίας στον παλιό δρόμο.
Προειδοποιήσεις που έμειναν χωρίς απάντηση
Τα προβλήματα δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά ούτε παρέμειναν άγνωστα στην πολιτική ηγεσία. Στις 5 Δεκεμβρίου 2024 η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου συγκάλεσε σύσκεψη, κατέγραψε τις ελλείψεις και απέστειλε σχετικό υπόμνημα στο Υπουργείο.
Στις 21 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε νέα σύσκεψη στην Αθήνα, παρουσία και του Χαράλαμπου Αθανασίου, κατά την οποία ζητήθηκε η άμεση αποκατάσταση των προβλημάτων. Παρ’ όλα αυτά, πέρασαν πολλοί μήνες χωρίς ουσιαστική παρέμβαση, σαφές χρονοδιάγραμμα και καθαρή ενημέρωση για το ποιος φέρει την ευθύνη.
Ακόμη και κατά την επίσκεψη του αναπληρωτή υπουργού Μεταφορών Κωνσταντίνου Κυρανάκη στη Λέσβο, στις 8 Φεβρουαρίου 2026, η κυβέρνηση δεν έδωσε ουσιαστική απάντηση. Ερωτηθείς για το κλειστό τμήμα, δήλωσε αναρμόδιος και περιορίστηκε να αναφέρει ότι θα μεταφέρει το ερώτημα στους αρμόδιους συναδέλφους του.
Η Δυτική Λέσβος πλήρωσε ήδη το κόστος
Στο μεταξύ, οι κάτοικοι, οι επαγγελματίες και οι επισκέπτες της Δυτικής Λέσβου συνέχισαν να πληρώνουν καθημερινά το κόστος. Η εκτροπή της κυκλοφορίας στον παλιό δρόμο αύξησε τον χρόνο και τα έξοδα των μετακινήσεων, δημιούργησε πρόσθετους κινδύνους και επιβάρυνε την οικονομική και τουριστική δραστηριότητα της περιοχής.
Η σημερινή εξασφάλιση χρηματοδότησης δεν διαγράφει αυτή την πραγματικότητα. Πολύ περισσότερο, δεν απαλλάσσει το Υπουργείο Υποδομών και την κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσουν γιατί ένα τόσο πρόσφατο και ακριβό έργο παρουσίασε τέτοιας έκτασης προβλήματα.
Ποιος θα λογοδοτήσει;
Τα επτά εκατομμύρια ευρώ δεν μπορούν να παρουσιαστούν απλώς ως ακόμη μία κυβερνητική παροχή προς τη Λέσβο. Πρόκειται για χρήματα που απαιτούνται προκειμένου να καταστεί ξανά ασφαλές και λειτουργικό ένα έργο για το οποίο είχαν ήδη δαπανηθεί σχεδόν 56 εκατ. ευρώ.
Πριν ξεκινήσει η νέα εργολαβία, η κυβέρνηση οφείλει να δημοσιοποιήσει την τεχνική έκθεση για τα αίτια των κατολισθήσεων, το καθεστώς παραλαβής και εγγύησης του έργου, τις υποχρεώσεις του αρχικού αναδόχου και τους λόγους για τους οποίους δεν καταλογίστηκε σε αυτόν το κόστος των αποκαταστάσεων, εφόσον προκύπτουν ευθύνες.
Διαφορετικά, δημιουργείται η εύλογη εντύπωση ότι οι ανάδοχοι πληρώνονται για την κατασκευή και, όταν εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα, το Δημόσιο πληρώνει ξανά για τη διόρθωσή τους.
Η Λέσβος δικαιούται έναν ασφαλή και πλήρως λειτουργικό δρόμο. Δικαιούται, όμως, και καθαρές απαντήσεις. Ποιος έλεγξε το έργο, ποιος το παρέλαβε, ποιος ευθύνεται για τις αστοχίες και γιατί ο λογαριασμός των επτά εκατομμυρίων καταλήγει για ακόμη μία φορά στους φορολογουμένους;