
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης φέρνει την ενεργειακή πολιτική και τη λειτουργία της ΔΕΗ ο Αλέξης Τσίπρας, με εκτενή δήλωσή του στην οποία κάνει λόγο για «μεγάλο κόλπο» σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Η παρέμβασή του συνδέεται τόσο με τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και με τις αποφάσεις για τη χρηματοδότηση και τη στρατηγική της ΔΕΗ.
Ο πρώην πρωθυπουργός σημειώνει ότι η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία έχει χαρακτηριστεί από την Ευρωπαία εισαγγελέα ως υπόθεση διαφθοράς, νεποτισμού και κατάχρησης εξουσίας, δεν αποτελεί –όπως αναφέρει– το μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα που απασχολεί σήμερα τη χώρα. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι οι επιλογές γύρω από τη ΔΕΗ έχουν ευρύτερες και πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις για την οικονομία και την κοινωνία.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, πραγματοποιείται σε συνεννόηση με την κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης. Όπως επισημαίνει, το Δημόσιο καλείται να συμμετάσχει με περίπου 1,3 δισ. ευρώ, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζεται η διατήρηση της μετοχικής του ισχύος. Αντιπαραβάλλει μάλιστα την επιλογή αυτή με προηγούμενη αύξηση κεφαλαίου, κατά την οποία –όπως αναφέρει– το Δημόσιο δεν συμμετείχε, με το επιχείρημα της αποφυγής δαπανών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Κατά τον Αλέξη Τσίπρα, η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική που έχει οδηγήσει στην απώλεια του δημόσιου ελέγχου στη ΔΕΗ και στη μετατροπή της σε επιχείρηση που λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Όπως υποστηρίζει, η προτεραιότητα πλέον δίνεται στην κερδοφορία και στην ενίσχυση της αξίας της μετοχής, με περιορισμένη μέριμνα για το κόστος της ενέργειας που επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στις επενδυτικές επιλογές της επιχείρησης εκτός Ελλάδας, σημειώνοντας ότι σημαντικό μέρος των κεφαλαίων που αντλούνται κατευθύνεται σε δραστηριότητες σε άλλες χώρες, όπως η Ρουμανία και η Ουγγαρία. Κατά τον ίδιο, πρόκειται για επενδύσεις που ενέχουν ρίσκο και δεν διασφαλίζουν άμεση ανταποδοτικότητα για την ελληνική οικονομία και τους καταναλωτές.
Στην ίδια δήλωση, ο πρώην πρωθυπουργός επεκτείνει την κριτική του και στη χρηματοδότηση της ΔΕΗ μέσω του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως επισημαίνει, η επιχείρηση, μαζί με θυγατρικές και συνδεδεμένες εταιρείες του ομίλου, καθώς και ο ΔΕΔΔΗΕ, συγκαταλέγονται μεταξύ των βασικών αποδεκτών πόρων, με χρηματοδοτήσεις που προσεγγίζουν τα 2 δισ. ευρώ.
Παρά το ύψος των ενισχύσεων, ο Αλέξης Τσίπρας σημειώνει ότι τα οφέλη για το Δημόσιο παραμένουν περιορισμένα, αναφέροντας ότι τα έσοδα από μερίσματα είναι δυσανάλογα χαμηλά σε σχέση με τα κεφάλαια που έχουν διατεθεί. Όπως υποστηρίζει, το γεγονός αυτό εντείνει τα ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τη στόχευση της συγκεκριμένης πολιτικής.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του θέτει το ερώτημα της ανταποδοτικότητας των δημόσιων πόρων, υπογραμμίζοντας ότι συνολικά οι δαπάνες που σχετίζονται με τη ΔΕΗ προσεγγίζουν τα 3,5 δισ. ευρώ. Όπως αναφέρει, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο τα οφέλη για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και την οικονομία ανταποκρίνονται στην υπεραξία που δημιουργείται για τους μετόχους.
Ο ίδιος εκτιμά ότι βασικοί ωφελημένοι είναι ιδιώτες επενδυτές, κάνοντας ειδική αναφορά στο επενδυτικό σχήμα CVC Capital Partners, το οποίο –όπως υποστηρίζει– αποκομίζει σημαντικά οφέλη από τη διάθεση δημόσιων κεφαλαίων. Αντίθετα, εκτιμά ότι οι πολίτες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς ουσιαστική βελτίωση στις υποδομές ή στην ενεργειακή ασφάλεια.
Παράλληλα, συνδέει την πολιτική αυτή με το ζήτημα της ακρίβειας, υποστηρίζοντας ότι η λειτουργία της αγοράς ενέργειας και ο ρόλος της ΔΕΗ επηρεάζουν καθοριστικά τις τιμές. Όπως αναφέρει, οι υψηλές τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας χρησιμοποιούνται ακόμη και ως επιχείρημα προς επενδυτές, γεγονός που –κατά την εκτίμησή του– καταδεικνύει τη στρέβλωση της αγοράς.
Ο πρώην πρωθυπουργός αφήνει επίσης αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο προβάλλονται τα ζητήματα αυτά στη δημόσια σφαίρα, κάνοντας λόγο για ισχυρή επιρροή της ΔΕΗ στα μέσα ενημέρωσης μέσω διαφημιστικής δαπάνης. Όπως σημειώνει, αυτό ενδέχεται να περιορίζει την έκταση της δημόσιας συζήτησης γύρω από τις επιπτώσεις των συγκεκριμένων επιλογών.
Κλείνοντας, ο Αλέξης Τσίπρας επαναλαμβάνει τον χαρακτηρισμό περί «μεγάλου κόλπου», εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη στρατηγική επιβαρύνει τον Έλληνα φορολογούμενο και τον καταναλωτή ενέργειας, χωρίς να διασφαλίζει αντίστοιχα οφέλη για την κοινωνία και την οικονομία.