
Με μια ξεχωριστή διδακτική εμπειρία ήρθαν αντιμέτωποι οι μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Λουτρόπολης Θερμής, όταν η τοπική ιστορία βγήκε από τα βιβλία και πήρε σάρκα και οστά μέσα από την αφήγηση ενός ανθρώπου που κουβαλά μνήμες, βιώματα και οικογενειακή παρακαταθήκη.
Πρωταγωνιστής της ημέρας ήταν ο Χρύσανθος Αργυρίου, ένας πρόσφυγας από το Φένερλι της Μικράς Ασίας, που έφτασε στη Λέσβο με τον διωγμό του 1914 και επέστρεψε οριστικά το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Τη ζωή του ζωντάνεψε στο σχολείο ο συνονόματος εγγονός του, πρώην Αντιπεριφερειάρχης, καθηλώνοντας μαθητές και εκπαιδευτικούς για περίπου 2 ώρες.
Από το Φένερλι στη Θερμή
Ο Χρύσανθος Αργυρίου γνώρισε τον ξεριζωμό 2 φορές. Παιδί ακόμη, ήρθε στη Λέσβο το 1914, επέστρεψε προσωρινά και ξαναβρέθηκε οριστικά στο νησί το 1922. Στη Θερμή παντρεύτηκε, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε 6 παιδιά.
Ωστόσο, οι μνήμες της προσφυγιάς δεν τον εγκατέλειψαν ποτέ. Όπως μετέφερε στους μαθητές ο εγγονός του, ο παππούς του δεν αγόρασε ποτέ γη, παρότι είχε τη δυνατότητα. Κάποτε, όταν ο γιος του τον προέτρεψε να επενδύσει σε μια έκταση που φαινόταν πολλά υποσχόμενη, εκείνος κοίταξε προς τις μικρασιατικές ακτές και απάντησε:«Άστο καλύτερα γιε μου. Πού ξέρεις αν αύριο θα είμαστε εδώ. Μπορεί να ξεριζωθούμε ξανά και να τα χάσουμε όλα, όπως το 22».Η φράση αυτή λειτούργησε σαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μεταφέροντας στους μαθητές το ψυχικό βάρος της προσφυγιάς.
Το επάγγελμα του πηγαδά
Ο Χρύσανθος Αργυρίου άσκησε ένα επάγγελμα σήμερα σχεδόν ξεχασμένο. Ήταν πηγαδάς και μάλιστα ραβδοσκόπος. Με ένα κλαδί σε σχήμα ανάποδου Υ εντόπιζε υπόγεια νερά. Στον κάμπο της Θερμής, μόνο, κατασκεύασε περίπου 60 πηγάδια.
Η δουλειά του δεν ήταν μόνο κοπιαστική αλλά και ριψοκίνδυνη. Έπρεπε πρώτα να διαπιστώσει αν υπήρχε υδροφόρο κοίτασμα. Αν δεν έβρισκε νερό, δεν πληρωνόταν. Το ρίσκο ήταν δικό του.
Για να εντοπίσει το νερό κάρφωνε στο έδαφος ένα σίδερο και επάνω του τοποθετούσε μεγάλο κογχύλι. Όταν σταματούσε ο αέρας, έβαζε το αυτί του στο στόμιο και άκουγε τον θόρυβο του υπόγειου νερού.
Καθώς το βάθος μεγάλωνε, το οξυγόνο λιγόστευε. Για την ανανέωσή του χρησιμοποιούσαν ένα μεγάλο σεντόνι, τεντωμένο σαν πανί πλοίου, που μέσω σωλήνα διοχέτευε καθαρό αέρα στον πυθμένα. Η χρήση φωτιάς απαγορευόταν αυστηρά, καθώς μπορούσε να προκαλέσει ασφυξία. Ακόμη και το κάπνισμα ήταν απαγορευμένο.
Για να φωτίζει το εσωτερικό του πηγαδιού, χρησιμοποιούσε καθρέφτη, κατευθύνοντας το φως του ήλιου με αντανάκλαση. Τακτικά έριχναν ασβέστη για την απολύμανση του νερού.Ένα επάγγελμα σκληρό, επικίνδυνο, αλλά αξιοπρεπές, που του επέτρεψε να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του.
Από την προϊστορική Θερμή στην άρνηση για την Τροία
Από το 1929 έως το 1933 εργάστηκε στην ανασκαφή της προϊστορικής Θερμής, υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Winifred Lamb. Όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, του προτάθηκε να ακολουθήσει την αποστολή στην ανασκαφή της Τροίας.
Εκείνος αρνήθηκε.Ο λόγος δεν ήταν η έλλειψη φιλοδοξίας, αλλά η ανάγκη να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα για την οικογένειά του. Το επάγγελμα του πηγαδά τού απέφερε καλύτερο εισόδημα. Και αυτό, για έναν άνθρωπο που είχε γνωρίσει τον ξεριζωμό 2 φορές, ήταν προτεραιότητα.
Ένα μάθημα ζωής μέσα στην τάξη
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος της Μελέτης Περιβάλλοντος και της Τοπικής Ιστορίας. Οι μαθητές δεν άκουσαν απλώς μια αφήγηση. Γνώρισαν μια εποχή χωρίς μηχανήματα, χωρίς τεχνολογικά μέσα, με μοναδικά εργαλεία το ένστικτο, τη γνώση της φύσης και το πείσμα.
Το Δημοτικό Σχολείο Λουτρόπολης Θερμής απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι η ιστορία του τόπου δεν είναι μόνο ημερομηνίες και γεγονότα, αλλά άνθρωποι με ονόματα, πρόσωπα και επιλογές.
Και ίσως το πιο σημαντικό μάθημα της ημέρας να ήταν αυτό που δεν γράφεται στα βιβλία. Ότι η μνήμη, η εργασία και η αξιοπρέπεια είναι οι πραγματικές ρίζες που κρατούν έναν άνθρωπο όρθιο, ακόμη κι όταν έχει χάσει την πατρίδα του 2 φορές.