
Η ελληνική οινοπαραγωγή παραμένει σε χαμηλά επίπεδα και την αμπελοοινική περίοδο 2025/2026, παρότι εμφανίζει μια συγκρατημένη ανάκαμψη σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΚΕΟΣΟΕ, ο συνολικός όγκος παραγωγής ανήλθε σε 1.645.266 hl (εκατόλιτρα), καταγράφοντας αύξηση 15% σε σύγκριση με την περίοδο 2024/2025, ωστόσο πρόκειται για τον τρίτο χαμηλότερο όγκο όλων των εποχών.
Η φετινή επίδοση απέχει αισθητά από τα ιστορικά μεγέθη της ελληνικής αμπελουργίας. Ο μέσος όρος της εικοσαετίας 1993-2013 ανερχόταν σε 3.577.000 hl, δηλαδή περισσότερο από το διπλάσιο της σημερινής παραγωγής. Ακόμη και σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας 5ετίας, η φετινή παραγωγή εμφανίζεται μειωμένη κατά 15,07%, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη διαρθρωτική υποχώρηση του ελληνικού αμπελώνα.
Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, οι παραγόμενες ποσότητες δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς. Το αποτέλεσμα είναι η πίεση στη λειτουργία των οινοποιείων και η άνοδος των τιμών στο χονδρεμπόριο και στην ενδιάμεση αγορά. Την ίδια στιγμή, οι τιμές στη σταφυλική παραγωγή δεν ακολουθούν την ίδια ανοδική πορεία, γεγονός που δημιουργεί έντονες ανισορροπίες στην αλυσίδα αξίας.
Οι βασικές αιτίες της περιορισμένης παραγωγής εντοπίζονται στα ακραία καιρικά φαινόμενα της περασμένης χρονιάς. Οι παγετοί του Μαρτίου και του Απριλίου, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ξηρασία της άνοιξης και του καλοκαιριού, επηρέασαν σημαντικά τις αποδόσεις. Παράλληλα, η διαχρονική μείωση των εκτάσεων αμπελοκαλλιέργειας συνεχίζει να συμπιέζει το συνολικό παραγωγικό δυναμικό της χώρας.
Ανά κατηγορία οίνου, οι μεταβολές παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι οίνοι με ΠΟΠ κατέγραψαν μείωση 10,25% σε σχέση με το 2024/2025, ενώ οι οίνοι με ΠΓΕ αυξήθηκαν κατά 11,15%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αύξηση στους ποικιλιακούς οίνους, που ενισχύθηκαν κατά 38,92%, καθώς και στους οίνους χωρίς γεωγραφική ένδειξη που αυξήθηκαν κατά 15,09%. Εντυπωσιακή είναι η ποσοστιαία μεταβολή στους άλλους οίνους και γλεύκη, με άνοδο 228,57%, αν και σε απόλυτα μεγέθη το μερίδιό τους παραμένει περιορισμένο.
Στο σύνολο της παραγωγής, οι οίνοι με ΠΟΠ αντιπροσωπεύουν 8,20% με 134.939 hl, οι οίνοι με ΠΓΕ 25,05% με 412.103 hl, οι ποικιλιακοί οίνοι 17,18% με 282.712 hl, ενώ οι οίνοι χωρίς γεωγραφική ένδειξη καταλαμβάνουν 49,29% με 810.947 hl. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι σχεδόν η μισή ελληνική παραγωγή αφορά οίνους μαζικής κατανάλωσης, σε αντίθεση με τους οίνους με γεωγραφική ένδειξη που συγκεντρώνουν το υπόλοιπο μερίδιο.
Ως προς τη χρωματική σύνθεση, οι λευκοί οίνοι κυριαρχούν με ποσοστό 66,27% και όγκο 1.090.332 hl. Οι ερυθροί, οι ερυθρωποί και οι λοιποί οίνοι αντιστοιχούν σε 32,09% και 527.888 hl, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σταθερή προτίμηση της εγχώριας παραγωγής στους λευκούς τύπους.
Η χαμηλή διαθεσιμότητα οίνων το 2023, λόγω περιορισμένης παραγωγής και μειωμένων αποθεμάτων, είχε ως αποτέλεσμα την εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών το 2024 κατά 39,95%. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2025, με περαιτέρω αύξηση 18,73%, γεγονός που υπογραμμίζει τη μεταβολή των ισορροπιών στην ελληνική αγορά οίνου.
Ο διαχρονικός πίνακας της ελληνικής οινοπαραγωγής για την περίοδο 1990-2025 καταγράφει συνολική μείωση της τάξης του 40% σε μέσους όρους, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΚΕΟΣΟΕ. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια βαθιά μεταβολή στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας, με τον ελληνικό αμπελώνα να συρρικνώνεται και την αγορά να καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε περιορισμένη εγχώρια παραγωγή, αυξανόμενες εισαγωγές και μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες.
Η ήπια φετινή αύξηση δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική τάση. Αντιθέτως, ενισχύει το συμπέρασμα ότι η ελληνική οινοπαραγωγή βρίσκεται σε φάση παρατεταμένης προσαρμογής, με κρίσιμα ζητήματα την ανθεκτικότητα στην κλιματική κρίση, τη στήριξη των αμπελουργών και την ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας των ποιοτικών κατηγοριών οίνου.