
Με ειδική αναφορά στο ιμπεριαλιστικό μακελειό που εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο ξεκίνησε η Μαρία Κομνηνάκα, βουλευτής του ΚΚΕ, την ομιλία της σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με το νομοσχέδιο του υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής για την κύρωση συμφωνίας Περιφερειακής Συνεργασίας για την καταπολέμηση της πειρατείας και της ένοπλης ληστείας εναντίον πλοίων στην Ασία.
Κάλεσε, πιο συγκεκριμένα, τον λαό να δυναμώσει την πάλη του για να απεμπλακεί η Ελλάδα από τον πόλεμο, να γυρίσουν όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις που βρίσκονται σε αποστολές στο εξωτερικό και να κλείσουν όλες οι αμερικανοΝΑΤΟικές βάσεις που βρίσκονται στη χώρα. Πρόσθεσε, δε, ότι είναι «πατριωτικό καθήκον του λαού» ο αγώνας «ενάντια στο σάπιο σύστημα του κέρδους που είναι συνώνυμο της εκμετάλλευσης και του πολέμου». Κάλεσε, επίσης, την κυβέρνηση να ικανοποιήσει άμεσα όλα τα αιτήματα των ναυτεργατών που έχουν προχωρήσει σήμερα σε προειδοποιητική απεργία, στο φόντο και του εγκλωβισμού 85 εργαζομένων στα καράβια που βρίσκονται στα Στενά του Ορμούζ. Στηλίτευσε, ακόμα, το γεγονός ότι οι εφοπλιστές προσπαθούν να μεταφέρουν τα ρίσκα που παίρνουν από την εκρηκτική κατάσταση που υπάρχει στις πλάτες των ναυτεργατών, στέλνοντας οι πρώτοι τους τελευταίους στη «ϕωτιά του πολέμου».
«Τα κέρδη στις τσέπες τους και το ρίσκο απευθείας στους ναυτεργάτες. Όπως συμβαίνει πάντα, οι όμιλοι παίρνουν τα ματωμένα κέρδη και οι εργαζόμενοι και ο λαός παίρνουν τους κινδύνους και την καταστροφή από μια γενικευμένη πολεμική ανάφλεξη», ανέφερε χαρακτηριστικά και κάλεσε την κυβέρνηση να σταματήσει να κάνει «πλάτες στον ξεδιάντροπο κυνισμό των εφοπλιστών», αναδεικνύοντας, παράλληλα, τις τεράστιες ευθύνες της για το γεγονός πως γνώριζε για την κλιμάκωση, αλλά δεν έλαβε κανένα μέτρο για τον απεγκλωβισμό και την εξασφάλιση της προστασίας των ναυτεργατών.
Σε σχέση με το νομοσχέδιο, η Μ. Κομνηνάκα ανέδειξε πως η πειρατεία είναι «μέρος κερδοφόρας επιχείρησης ισχυρών μηχανισμών και κυκλωμάτων, με την εμπλοκή και κρατικών μηχανισμών ή και κρατών», κάτι που αποτελεί «σύμπτωμα της σαπίλας του καπιταλιστικού συστήματος», υπενθυμίζοντας πως το ΚΚΕ είχε καταθέσει το 2012 στη Βουλή σχετικά στοιχεία. Επισήμανε πως όσα μέτρα έχουν παρθεί για την αντιμετώπιση της πειρατείας έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή και πως αντίθετα, σε αυτό το πλαίσιο έχει οικοδομηθεί ένα «επικίνδυνο δόγμα» αναφορικά με την ανάπτυξη ένοπλων φρουρών στα πλοία. Αυτή, όπως είπε, είναι μια «επικίνδυνη κατάσταση σε βάρος της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα. Η ύπαρξη ένοπλων φρουρών διαμορφώνει συνθήκες που αλλάζουν τον χαρακτήρα του ναυτικού επαγγέλματος, αφού η ναυτολόγηση σε ένα πλοίο-στρατόπεδο συνιστά ναυτολόγηση σε εμπόλεμη ζώνη με μεγάλους κινδύνους για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή των ναυτεργατών». Επίσης, εξήγησε πως μέσα από αυτήν την υπόθεση έχει αναπτυχθεί και μια επικερδής μπίζνα με επιχειρήσεις ναυτικής ασφαλείας.
Συμπλήρωσε πως τη στιγμή που οι ναυτεργάτες στα ποντοπόρα πλοία είναι αντιμέτωποι με την πειρατεία, ταυτόχρονα είναι αντιμέτωποι και με «άκρως επικίνδυνες συνθήκες δουλειάς για να πολλαπλασιάζονται τα κέρδη των εφοπλιστών», εντατικοποίηση εξαιτίας μειωμένων συνθέσεων και έλλειψης μέτρων ασφαλείας, αλλά και με την άρνηση των εφοπλιστών από το 2010 να ανανεώσουν Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Ξεκαθάρισε πως στόχος τέτοιων συμφωνιών είναι η «ενσωμάτωση του εμπορικού στόλου πιο σφιχτά στα τυχοδιωκτικά σχέδια ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σε συνθήκες που οξύνεται κατακόρυφα ο ανταγωνισμός για τη ληστρική εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών και δρόμων μεταφοράς τους και όχι το υποκριτικό ενδιαφέρον για τη ζωή και την ασφάλεια των ναυτεργατών».
Τέλος, εξέφρασε την εναντίωση του ΚΚΕ «με το δόγμα και τη νομοθεσία που εισάγει επικίνδυνη ύπαρξη φρουρών στα πλοία», καλώντας την ίδια στιγμή τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς «να εξαντλήσουν τα περιθώρια. Να ασκήσουν πίεση ώστε τα κράτη και οι αρμόδιες κρατικές αρχές να αναλάβουν την ευθύνη της πρόληψης και της φύλαξης» επικίνδυνων θαλάσσιων περιοχών.