Οι νέες τάσεις που διαμορφώνονται στον αμπελοοινικό τομέα αναδείχθηκαν στα δύο οινικά γεγονότα που πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα από τις 7 έως τις 10 Μαρτίου, αναφερόμαστε στις εκθέσεις Οινόραμα και Oenotelia. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στο Ζάππειο Μέγαρο και η δεύτερη στον εκθεσιακό χώρο Metropolitan Expo, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον δεκάδων χιλιάδων επισκεπτών, φίλων του κρασιού, δημοσιογράφων και επαγγελματιών του κλάδου.
Παρά τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αμπελοοινικός τομέας στην Ελλάδα και την Ευρώπη, τα ελληνικά οινοποιεία φόρεσαν τα καλά τους και παρουσιάστηκαν στο κοινό τους. Επί τέσσερις ημέρες, οι φίλοι του κρασιού και οι επαγγελματίες του χώρου είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν εκατοντάδες κρασιά, να ενημερωθούν για νέες τεχνικές οινοποίησης, να ανακαλύψουν νέους γευσιγνωστικούς δρόμους, να μάθουν ορισμένα από τα μυστικά κάθε οινοποιείου, αλλά και το όραμα των παραγωγών του κρασιού.
Η πρώτη διαπίστωση είναι πως η εποχή ανάδειξης των τεσσάρων εμβληματικών ελληνικών ποικιλιών (Μοσχοφίλερο, Ασύρτικο, Ξινόμαυρο και Αγιωργίτικο) έχει υπερωριμάσει. Είναι καιρός ο ελληνικός αμπελώνας να αναδείξει πολύ περισσότερες ποικιλίες. Για παράδειγμα, ένα μπουκέτο 15 – 20 ελληνικών ποικιλιών μπορεί σήμερα να δώσει νέα ώθηση στον κλάδο.
Πολύ συνοπτικά, οι εξελίξεις στον τομέα των λευκών κρασιών έχουν ως εξής:
Η Μαλαγουζιά έχει κερδίσει τη μάχη της εμπορικότητας από το Μοσχοφίλερο, χάρη στα πολύ πιο έντονα γευστικά και αρωματικά χαρακτηριστικά της. Την ίδια στιγμή, υπερβολικά μεγάλη είναι η ανάπτυξη της καλλιέργειας του Ασύρτικου, μιας ποικιλίας που έχει σφραγίσει το terroir της Σαντορίνης. Ναι, υπάρχουν πολλές καλές προσπάθειες ανά την Ελλάδα, αλλά καιρός είναι οι αμπελουργοί και οι οινοποιοί να προσανατολιστούν στην ανάδειξη κι άλλων λευκών ποικιλιών που έχουν δείξει ότι έχουν μεγάλες δυνατότητες, π.χ. Κυδωνίτσα, Ντεμπίνα, Βοστιλίδη, Αθήρι, Ροδίτης. Οι ποικιλίες με λιγότερο έντονα γευστικά χαρακτηριστικά, όπως είναι το Μοσχοφίλερο και το Σαββατιανό, θα πρέπει να επαναξιολογηθούν με διαφορετικό πνεύμα. Άλλωστε, υπάρχουν και οι καταναλωτές που προτιμούν τις ήπιες γευστικά ποικιλίες.
Οι παραδοσιακές λευκές ποικιλίες της Κρήτης, Βιλάνα και Βιδιανό, αξιοποιούνται υπέροχα από τα οινοποιεία του νησιού και γράφουν τις δικές τους σελίδες οινικής επιτυχίας. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ρομπόλα από τα Επτάνησα. Αντίθετα, η Κερκυραϊκή ποικιλία Κακοτρύγης βρίσκεται στο περιθώριο, άδικα κατά την άποψή μας.
Το Μοσχάτο της Σάμου και το Μοσχάτο Αλεξανδρείας, οι κύριες λευκές ποικιλίες κρασοστάφυλων του Βορείου Αιγαίου, συνεχίζουν να δίνουν ασυναγώνιστα γλυκά κρασιά. Ωστόσο, συνολικά το Βόρειο Αιγαίο είναι στο περιθώριο των οινικών εξελίξεων της χώρας. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις καλλιεργούμενες εκτάσεις για να το διαπιστώσει.
Μια από τις τάσεις της εποχής είναι η παραγωγή Premium ρετσίνας. Πρόκειται για μια σχετικά νέα προσέγγιση στον τρόπο παραγωγής της ρετσίνας, που θέλει να την αναδείξει σε ένα κρασί ανώτερης ποιότητας, το οποίο δεν θα είναι απαραίτητα ακριβό, αλλά σίγουρα δεν θα είναι φτηνιάρικο.
Αργά αλλά σταθερά αναπτύσσεται ο τομέας των κρασιών Blanc de Noir, δηλαδή η παραγωγή λευκού κρασιού από κόκκινα σταφύλια. Για την παραγωγή αυτών των κρασιών, οι φλούδες των σταφυλιών απομακρύνονται αμέσως μετά το πάτημα της ρόγας. Στην αργκό των οινοποιών, η διαδικασία αυτή ονομάζεται «πάτα τράβα». Αυτή η διαδικασία αποτρέπει την εκχύλιση του χρώματος από τις φλούδες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ένα λευκό κρασί με ήπια γεύση και αρωματική ένταση. Πολύ θα θέλαμε να δούμε μια τέτοια προσπάθεια από τα οινοποιεία του Βορείου Αιγαίου που αξιοποιούνν την ποικιλία Φωκιανό.