
Ο ιστορικός και ερευνητής Γιώργος Γαλέτσας μίλησε στους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Λουτρόπολης Θερμής για γεγονότα που σημάδεψαν τη Λέσβο στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Μία από τις ιστορίες που αφηγήθηκε ήταν εκείνη του καφενείου «Απελλείον», κάτω από το Κάστρο της Μυτιλήνης, και των εκτελέσεων στα Τσαμάκια.
Μέχρι το 1942, πάνω σε έναν βράχο κάτω από το Κάστρο υπήρχε ένα όμορφο καφενείο. Το είχε δημιουργήσει ο Απελλής Ψύχας, πρόσφυγας που έφτασε στη Μυτιλήνη το 1914, κατά τον πρώτο διωγμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία. Το καφενείο αγαπήθηκε γρήγορα και έγινε στέκι των Μυτιληνιών. Η φύτευση πεύκων στην πλαγιά ομόρφυνε ακόμη περισσότερο την περιοχή.




Τον Μάιο του 1942, ένας Γερμανός αξιωματικός επισκέφθηκε το καφενείο και διέταξε να παραμείνει κλειστό από νωρίς το απόγευμα μέχρι το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Οι πελάτες πάγωσαν, καθώς κατάλαβαν ότι το επόμενο πρωί θα γινόταν εκτέλεση στα Τσαμάκια.
Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα στην αγορά της Μυτιλήνης. Το μεσημέρι, η σύζυγος του Απελλή δέχθηκε την επίσκεψη ενός γνωστού της, ο εικοσάχρονος γιος του οποίου επρόκειτο να εκτελεστεί. Εκείνος έπεσε στα πόδια της και την παρακάλεσε να τον αφήσει να περάσει τη νύχτα στο καφενείο, ώστε να είναι παρών στην εκτέλεση του παιδιού του.
Παρά την απαγόρευση, η γυναίκα δέχθηκε. Τον άφησε μέσα, κλείδωσε το καφενείο και έφυγε. Αχάραγα, τα γερμανικά καμιόνια έφτασαν στα Τσαμάκια. Κρυμμένος πίσω από τις γρίλιες, ο πατέρας ξεχώρισε τη σιλουέτα του γιου του. Ξέχασε την υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα του Απελλή, πήδηξε από το παράθυρο και έτρεξε να παρακαλέσει τους Γερμανούς να μην τον σκοτώσουν.
Πέντε ή έξι Γερμανοί τον σταμάτησαν, τον έβαλαν σε ένα τζιπ και τον απομάκρυναν. Όταν έφτασαν στο άγαλμα της Ελευθερίας, ακούστηκε το κροτάλισμα των πολυβόλων. Ο πατέρας κατάλαβε ότι όλα είχαν τελειώσει.
Σύμφωνα με την αφήγηση του κ. Γαλέτσα, μαζί με τις ζωές των τριών νέων χάθηκε και το «Απελλείον», το οποίο οι Γερμανοί κατεδάφισαν τις επόμενες ημέρες. Από τότε, η εικόνα του καφενείου διασώθηκε μόνο σε παλιές καρτ ποστάλ. Όπως ανέφερε, οι σοροί των εκτελεσμένων δεν παραδίδονταν στις οικογένειές τους για ταφή. Ράβονταν σε τσουβάλια μαζί με πέτρες και ρίχνονταν στη θάλασσα.
Ο Γιώργος Γαλέτσας είναι συγγραφέας του βιβλίου «Στο σημάδι», που εξέδωσε ο Δήμος Μυτιλήνης και καταγράφει το ιστορικό των εκτελέσεων στα Τσαμάκια.