
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το άρθρο της ιταλικής ιστοσελίδας Teatro Naturale με τίτλο «Riprendono i consumi di extra vergine di oliva a scaffale ad agosto ed è merito dell’olio italiano» (σ.σ. Τον Αύγουστο ανέκαμψαν οι πωλήσεις εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου στα ράφια χάρη στο ιταλικό λάδι). Το άρθρο κάνει μια ανάλυση των στοιχείων από τις πωλήσεις ελαιολάδου στα ιταλικά σούπερ μάρκετ κατά τη διάρκεια του Αυγούστου. Αυτό που διαπιστώνει είναι ότι το φθηνότερο κοινοτικό ελαιόλαδο (κυρίως ισπανικό) κατέγραψε μείωση των πωλήσεων κατά 1%, ενώ το ακριβότερο ιταλικό ελαιόλαδο κατέγραψε αύξηση των πωλήσεων κατά 13,4%.
Η μέση τιμή ανά λίτρο ιταλικού ελαιολάδου κατά την περίοδο αυτή ήταν 10,8 ευρώ, έναντι 7,01 ευρώ για το κοινοτικό. Η ονομαστική διαφορά τιμής των 3,8 ευρώ περιορίζεται σημαντικά στις προσφορές: κατά μέσο όρο, 4,99 ευρώ για το κοινοτικό και 6,99 ευρώ για το ιταλικό, δηλαδή διαφορά 2 ευρώ.
Το κείμενο που υπογράφει ο Alberto Grimelli τονίζει με έμφαση ότι τα παραπάνω δεδομένα καταγράφονται σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία για τους Ιταλούς καταναλωτές, καθώς τα εισοδήματά τους είναι πολύ περιορισμένα.
Τέλος με θλίψη ο αρθρογράφος διαπιστώνει ακόμη και το Ιταλικό έξτρα παρθένο ελαιόλαδο χρησιμοποιείται από τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ ως κράχτης για την προσέλκυση πελατών. Μια πρακτική που υποτιμά την αξία του προϊόντος.
Τα παραπάνω δεδομένα θα πρέπει να προβληματίσουν τους Έλληνες εμπόρους, τυποποιητές και παραγωγούς ελαιολάδου, καθώς δείχνουν τον διαχρονικό προσανατολισμό του ιταλικού ελαιοκομικού τομέα στην ανάδειξη της ποιοτικής ανωτερότητας του ιταλικού έξτρα παρθένου ελαιολάδου έναντι των ελαιολάδων που παράγονται στις άλλες ανταγωνίστριες χώρες και ιδιαίτερα στην Ισπανία, η οποία αποτελεί την παγκόσμια ατμομηχανή του ελαιοκομικού τομέα, ελέγχοντας άνω του 40% της παγκόσμιας παραγωγής και ακόμη μεγαλύτερο τμήμα του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο ιταλικός ελαιοκομικός τομέας, με τις επιλογές του, δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει ένας διαφορετικός δρόμος για το ελαιόλαδο, τους ελαιοπαραγωγούς και όλους όσοι εμπλέκονται στην παραγωγή και εμπορία του προϊόντος, κόντρα στην πλημμυρίδα του φθηνού ελαιολάδου που παράγεται σε ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης και στηρίζεται στη μεγάλη κατανάλωση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και ενέργειας.
Η ελληνική κυβέρνηση, με τις πολύ μεγάλες επιδοτήσεις που δίνει μέσω των σχεδίων βελτίωσης για ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης, δείχνει ότι επιλέγει αυτή τη μορφή ως κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης του ελαιοκομικού κλάδου στη χώρα. Την ίδια ώρα, βέβαια, δεν δείχνει απολύτως κανένα ενδιαφέρον για τα μικρά ελαιοτριβεία και τους παραδοσιακούς ελαιώνες της χώρας, οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των ελαιώνων της.
Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει τον παραπάνω σχεδιασμό αν δεν είχε τη στήριξη ή την ανοχή μεγάλων τμημάτων των εμπόρων και τυποποιητών ελαιολάδου που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Πρόκειται για τους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις που διαχρονικά έχουν αποδειχθεί πολύ κατώτεροι του προϊόντος που διαχειρίζονται. Έχουν αποδειχθεί ανίκανοι να πουλήσουν το ελληνικό ελαιόλαδο σε καλές τιμές και να δώσουν στους παραγωγούς την αξία που δικαιούνται.
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το άρθρο της Ιταλικής ιστοσελίδας Teatro Naturale με τίτλο: «Riprendono i consumi di extra vergine di oliva a scaffale ad agosto ed è merito dell’olio italiano» - (σ.σ. Τον Αύγουστο ανέκαμψαν οι πωλήσεις εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου στα ράφια χάρη στο ιταλικό λάδι). Το άρθρο κάνει μια ανάλυση των στοιχείων από τις πωλήσεις ελαιολάδου στα Ιταλικά σούπερ μάρκετ κατά την διάρκεια του Αυγούστου. Αυτό που διαπιστώνει είναι ότι το φθηνότερο κοινοτικό ελαιόλαδο (κυρίως Ισπανικό) κατέγραψε μείωση των πωλήσεων κατά 1%, ενώ το ακριβότερο Ιταλικό ελαιόλαδο κατέγραψε αύξηση των πωλήσεων κατά 13,4%
Η μέση τιμή ανά λίτρο ιταλικού ελαιολάδου κατά την περίοδο αυτή ήταν 10,8 ευρώ, έναντι 7,01 ευρώ για το κοινοτικό. Η ονομαστική διαφορά τιμής των 3,8 ευρώ περιορίζεται σημαντικά στις προσφορές: κατά μέσο όρο, 4,99 ευρώ για το κοινοτικό και 6,99 ευρώ για το ιταλικό, δηλαδή διαφορά 2 ευρώ.
Η δημοσιογραφική ανάλυση τονίζει με έμφαση ότι τα παραπάνω δεδομένα καταγράφονται σε μια εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία για τους Ιταλούς καταναλωτές καθώς τα εισοδήματα τους είναι πολύ περιορισμένα.
Τα παραπάνω δεδομένα θα πρέπει να προβληματίσουν τους Έλληνες εμπόρους, τυποποιητές και παραγωγούς ελαιολάδου. Καθώς δείχνουν τον διαχρονικό προσανατολισμό του Ιταλικού ελαιοκομικού τομέα στην ανάδειξη της ποιοτικής ανωτερότητας του Ιταλικού έξτρα παρθένου ελαιολάδου, έναντι των ελαιολάδων που παράγονται στις άλλες ανταγωνίστριες χώρες και ιδιαίτερα της Ισπανίας η οποία αποτελεί την παγκόσμια λοκομοτίβα του ελαιοκομικού τομέα ελέγχοντας άνω του 40% της παγκόσμιας παραγωγής και ακόμη μεγαλύτερου τμήματος του παγκόσμιου εμπορίου.
Ο Ιταλικός ελαιοκομικός τομέας με τις επιλογές του δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει ένας διαφορετικός δρόμος για το ελαιόλαδο, τους ελαιοπαραγωγούς και όλους όσους εμπλέκονται στην παραγωγή και εμπορία του προϊόντος κόντρα στην πλημμυρίδα του φθηνού ελαιολάδου που παράγεται σε ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης και στηρίζεται στην μεγάλη κατανάλωση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων και ενέργειας.
Η Ελληνική κυβέρνηση με τις πολύ μεγάλες επιδοτήσεις που δίνει μέσω των σχεδίων βελτίωσης για ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης δείχνει ότι επιλέγει αυτή την μορφή ως κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης του ελαιοκομικού κλάδου στην χώρα. Την ίδια ώρα βέβαια δεν δείχνει απολύτως κανένα ενδιαφέρον για τα μικρά ελαιοτριβεία και τους παραδοσιακούς ελαιώνες της χώρας που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία των ελαιώνων της χώρας.
Βέβαια η Ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να διαμορφώσει τον παραπάνω σχεδιασμό αν δεν είχε την στήριξη ή την ανοχή μεγάλων τμημάτων εμπόρων και τυποποιητών ελαιολάδου που δραστηριοποιούνται στην χώρα. Πρόκειται για τους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις που διαχρονικά έχουν αποδειχθεί πολύ κατώτεροι του προϊόντος που διαχειρίζονται. Έχουν αποδειχθεί ανίκανοι και πουλήσουν το Ελληνικό ελαιόλαδο σε καλές τιμές και να δώσουν στους παραγωγούς την αξία που δικαιούνται.