
Μια σύνθετη υπόθεση, που ξεπερνά πλέον κατά πολύ το ζήτημα μιας επιστολής και αγγίζει τη λειτουργία, την ασφάλεια, τις αδειοδοτήσεις, τη μίσθωση και τελικά το ίδιο το μέλλον των Ιαματικών Λουτρών «Ιπποκράτης» στον Πολιχνίτο, βρέθηκε στο επίκεντρο εκτενούς συζήτησης στο «Ν» 99 fm, με τη Μαρία Χατζηγεωργίου και τον Θράσο Αβραάμ.
Στο στούντιο βρέθηκε ο επιχειρηματίας και διαχειριστής των λουτρών Θεόδωρος Κούσκος, ενώ τηλεφωνικά παρενέβησαν ο ενεργειακός σύμβουλος του Δήμου Δυτικής Λέσβου Μιχάλης Βραχόπουλος, ο Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ Ακίνδυνος Κελεπερτζής και ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του κ. Κούσκου Γιώργος Σουραΐτης.
Βραχόπουλος: «Δεν ζήτησα να κλείσουν τα λουτρά»
Ο Μιχάλης Βραχόπουλος θέλησε εξαρχής να διαχωρίσει τις επισημάνσεις που έκανε από την απόφαση για αναστολή της λειτουργίας. Όπως υποστήριξε, είχε ενημερώσει την επιχείρηση εδώ και δύο με τρία χρόνια για ζητήματα που, κατά την άποψή του, έπρεπε να διορθωθούν, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτά αφορούσαν κυρίως τον περιβάλλοντα χώρο και όχι τους χώρους όπου πραγματοποιείται η λουτροθεραπεία.
Μάλιστα χαρακτήρισε «απαράδεκτο» το γεγονός ότι τελικά σταμάτησε η λειτουργία των εγκαταστάσεων, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να αποκλειστεί προσωρινά η πρόσβαση στα επίμαχα σημεία και τα λουτρά να συνεχίσουν να λειτουργούν.
Κεντρικό σημείο της συζήτησης αποτέλεσε το ραδόνιο. Ο κ. Βραχόπουλος διευκρίνισε ότι δεν μπορεί να γίνει εκτίμηση για υψηλές ή χαμηλές συγκεντρώσεις χωρίς μετρήσεις. Η δική του επισήμανση, όπως είπε, αφορούσε μεταξύ άλλων έναν θόλο που έχει τοποθετηθεί πάνω από εξωτερική πηγή, εκφράζοντας προβληματισμό για τον αερισμό του συγκεκριμένου σημείου και ζητώντας να γίνουν οι απαραίτητοι έλεγχοι πριν καταστεί επισκέψιμο. Παράλληλα υποστήριξε ότι στους χώρους λουτροθεραπείας απαιτείται παρακολούθηση των σχετικών μεγεθών σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο.
Ο ίδιος επέμεινε ότι το έγγραφο που απέστειλε ήταν ενημερωτική επιστολή προς τις αρμόδιες αρχές και όχι καταγγελία, ανεξάρτητα από το πώς αυτή αντιμετωπίστηκε στη συνέχεια από τις υπηρεσίες. Διευκρίνισε επίσης ότι δεν είχε λάβει εντολή από τον Δήμο Δυτικής Λέσβου για να προχωρήσει στην αποστολή της.
«Μόλις τέθηκε θέμα ασφάλειας, ανέστειλα τη λειτουργία»
Από την πλευρά του, ο Θεόδωρος Κούσκος εξήγησε ότι η απόφαση για αναστολή ελήφθη από τον ίδιο όταν η επιστολή έφτασε σε υπηρεσίες και άρχισαν να ζητούνται πρόσθετα στοιχεία από την επιχείρηση.
Όπως ανέφερε, από τη στιγμή που τέθηκε ζήτημα σχετικό με τη διαχείριση του ραδονίου, θεώρησε ότι ως διαχειριστής δεν μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία χωρίς να έχει αποσαφηνίσει πλήρως το θέμα. «Ένιωσα ότι πιθανόν εγώ στους ανθρώπους που βάζω μέσα στις ιαματικές πάω να κάνω ένα κακό», είπε, εξηγώντας το σκεπτικό της αναστολής.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι έχει ακολουθήσει τις διαδικασίες που του έχουν υποδειχθεί και ότι έχουν υπάρξει μετρήσεις και πιστοποιήσεις, εκφράζοντας την έντονη ενόχλησή του για την εικόνα που δημιουργήθηκε γύρω από την ασφάλεια των εγκαταστάσεων.
Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε και για ερευνητικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, η επιχείρηση και πανεπιστημιακοί φορείς, με αντικείμενο τη δημιουργία συστήματος συνεχούς παρακολούθησης. Ο κ. Βραχόπουλος ανέφερε ότι το πρόγραμμα είχε υποβληθεί το 2024 και ότι προβλέπει την εγκατάσταση εξοπλισμού μόνιμων μετρήσεων, ενώ ο κ. Κούσκος σημείωσε ότι ο ίδιος είχε συναινέσει στη συμμετοχή της επιχείρησης.
«Έχω δεδομένα και μετρήσεις»
Στη συζήτηση παρενέβη στη συνέχεια ο Ακίνδυνος Κελεπερτζής, Ομότιμος Καθηγητής Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, γεωλόγος και γεωχημικός, ο οποίος κατάγεται από την περιοχή του Πολιχνίτου.
Ο κ. Κελεπερτζής παρουσίασε διαφορετική επιστημονική εκτίμηση για το ζήτημα. Επικαλέστηκε δικές του έρευνες και μετρήσεις στην περιοχή, καθώς και πρόσφατες αναλύσεις, υποστηρίζοντας ότι τα επίπεδα που έχουν καταγραφεί είναι πολύ χαμηλά. Τόνισε ακόμη ότι οι θέσεις του βασίζονται σε επιστημονικά δεδομένα που έχει συγκεντρώσει από πολυετή έρευνα στη Λέσβο.
Η τοποθέτησή του ήταν ιδιαίτερα καθησυχαστική ως προς τους επισκέπτες των θερμοπηγών. Η επιστημονική του παρέμβαση ωστόσο ανέδειξε και το ουσιαστικό σημείο της υπόθεσης που σχετίζεται με το γεγονός ότι οι διαφορετικές εκτιμήσεις πρέπει να κρίνονται μέσα από επίσημες μετρήσεις, τις αρμόδιες αρχές και τις προβλεπόμενες διαδικασίες, και όχι να μετατρέπονται σε γενικευμένα συμπεράσματα περί ασφάλειας ή επικινδυνότητας.
Το δεύτερο μέτωπο, η μίσθωση και οι πολεοδομικές εκκρεμότητες
Η συζήτηση άλλαξε επίπεδο με την παρέμβαση του δικηγόρου και νομικού συμβούλου του Θεόδωρου Κούσκου, Γιώργου Σουραΐτη, ο οποίος υποστήριξε ότι πίσω από τα σημερινά προβλήματα υπάρχει μια πολύ παλαιότερη και σοβαρότερη εκκρεμότητα στη μίσθωση.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, όταν μετά την υπογραφή της σύμβασης ανατέθηκε σε μηχανικό να προχωρήσει τις διαδικασίες αδειοδότησης, διαπιστώθηκε αναντιστοιχία στον διοικητικό φάκελο ως προς τον χαρακτηρισμό των υφιστάμενων κτισμάτων. Ο κ. Σουραΐτης υποστήριξε ότι ενώ τα σχετικά στοιχεία περιέγραφαν εγκαταστάσεις με χρήση υπηρεσιών, σε αίτηση που είχε υποβληθεί πριν από τη μίσθωση εμφανιζόταν διαφορετικός χαρακτηρισμός, γεγονός που –κατά τη δική του νομική θέση– δημιουργεί σοβαρό εμπόδιο στην αδειοδότηση και στην εκτέλεση των έργων που έχει αναλάβει συμβατικά ο μισθωτής.
Ο νομικός σύμβουλος του επιχειρηματία απέδωσε ευθύνη στον Δήμο Δυτικής Λέσβου για τη συγκεκριμένη εκκρεμότητα, υποστηρίζοντας ότι η διακήρυξη περιέγραφε αναλυτικά μια σειρά πολεοδομικών, περιβαλλοντικών και ιδιοκτησιακών δεδομένων, χωρίς όμως να αποτυπώνει το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ανέφερε ακόμη ότι είχε συμβουλεύσει τον κ. Κούσκο ακόμη και να καταγγείλει τη σύμβαση και να διεκδικήσει αποζημίωση, επιλογή την οποία, όπως είπε, ο επιχειρηματίας δεν ακολούθησε επειδή επιθυμούσε να συνεχίσει την επένδυση.
Σύμφωνα πάντα με την πλευρά Κούσκου, ζητήθηκαν από τον Δήμο οι απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις ώστε να επιχειρηθεί η διόρθωση του προβλήματος, ενώ ακολούθησε και εξώδικη επικοινωνία.
Από το ραδόνιο στο μέλλον μιας μεγάλης επένδυσης
Στο κλείσιμο της συζήτησης ο Θεόδωρος Κούσκος επανέφερε το ζήτημα στη συνολική αξιοποίηση του γεωθερμικού πλούτου του Πολιχνίτου. Αναφέρθηκε στις δυνατότητες ανάπτυξης της λουτροθεραπείας, στην τηλεθέρμανση και σε παραγωγικές εφαρμογές της γεωθερμίας, επιμένοντας ότι το σχέδιό του δεν περιορίζεται στη λειτουργία των υφιστάμενων λουτρών.
Το βασικό ερώτημα που μένει πλέον ανοιχτό είναι τι θα συμβεί από εδώ και πέρα. Η υπόθεση έχει ταυτόχρονα επιστημονική, διοικητική, πολεοδομική, νομική και αναπτυξιακή διάσταση, ενώ η αναστολή λειτουργίας έχει φέρει στην επιφάνεια προβλήματα και διαφορετικές ερμηνείες που φαίνεται ότι προϋπήρχαν.
Για τον Πολιχνίτο, όμως, το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από την αντιπαράθεση των τελευταίων εβδομάδων: είναι εάν ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς και τουριστικούς πόρους της περιοχής θα μπορέσει να λειτουργήσει με σαφές θεσμικό πλαίσιο, τεκμηριωμένη ασφάλεια και χωρίς τις εκκρεμότητες που εξακολουθούν να συνοδεύουν την αξιοποίησή του.