
Μεγάλη κάμψη της παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς αναμένει η Ισπανία. Αιτία είναι οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες που αντιμετώπισε τις προηγούμενες ημέρες ο νότος της χώρας. Η Asaja της Σεβίγια εκτιμά πως η κάμψη της παραγωγής θα ανέλθει έως το 28%.
Γενικότερα, η Ισπανία αντιμετώπισε τους προηγούμενους μήνες μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας, αλλά και πολύ έντονα καιρικά φαινόμενα. Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με εκτεταμένες πλημμύρες.
Η εξαιρετικά μεγάλη βαρύτητα που έχει η Ισπανία τόσο στην παραγωγή επιτραπέζιας ελιάς όσο και στην παραγωγή ελαιολάδου καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές τις παραπάνω ανακοινώσεις. Από το περασμένο καλοκαίρι, όλοι οι αναλυτές εκτιμούν πως οι καιρικές συνθήκες θα επιδράσουν αρνητικά στην παραγωγή ελαιολάδου της χώρας. Τις επόμενες εβδομάδες αναμένεται να δημοσιοποιηθούν οι επίσημες εκτιμήσεις για την ισπανική παραγωγή ελαιολάδου κατά την περίοδο 2026–2027.
Είναι σχεδόν απίθανο η παραγωγή ελαιολάδου της χώρας να εμφανίσει κάμψη σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της επιτραπέζιας ελιάς. Ωστόσο, ακόμη και μια μείωση της τάξης του 10% θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για την εξέλιξη των τιμών παραγωγού σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο που επηρεάζει τις εξελίξεις στον κλάδο είναι η εντυπωσιακή αύξηση του κόστους του αγροτικού ντίζελ στην Ισπανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η αύξηση αυτή οδηγεί εκ των πραγμάτων σε άνοδο του κόστους παραγωγής για το σύνολο των αγροτικών προϊόντων.
Ωστόσο, δεν επιδρά με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους κλάδους. Εκείνοι με τα μεγαλύτερα ποσοστά εκμηχάνισης θα δεχθούν και τις ισχυρότερες επιπτώσεις. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να αναμένουμε μεγαλύτερη αύξηση του κόστους παραγωγής στα σπορέλαια, αλλά και στα ελαιόλαδα που προέρχονται από ελαιώνες πυκνής και υπέρπυκνης φύτευσης.
Σημαντικά μικρότερη αναμένεται να είναι η επίδραση στο κόστος παραγωγής των παραδοσιακών ελαιώνων, όπου ο βαθμός εκμηχάνισης είναι αισθητά χαμηλότερος.
Παράλληλα, οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων θα οδηγήσουν σε σημαντική επιβάρυνση του μεταφορικού κόστους. Συνεπώς, οι εισαγωγές ελαιολάδου από την Τυνησία προς την Ευρώπη, κυρίως προς την Ιταλία και την Ισπανία, θα γίνουν ακριβότερες. Αυξημένο θα είναι και το κόστος μεταφοράς του τυποποιημένου ελαιολάδου από τις χώρες παραγωγής προς τις διεθνείς αγορές.
Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της νέας ελαιοκομικής περιόδου, βρισκόμαστε σε μια φάση κατά την οποία όσα θεωρούμε δεδομένα μπορούν να ανατραπούν μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Δεν είναι, επομένως, απίθανο να καταγραφεί αισθητή βελτίωση των τιμών παραγωγού για το ελαιόλαδο, καθώς και καλύτερες συνθήκες ζήτησης για το ελληνικό προϊόν τόσο στην εγχώρια όσο και στις διεθνείς αγορές.