
Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την έμφυλη βία ασκεί με ανακοίνωσή του ο Τομέας Κοινωνικής Πολιτικής – Παιδί και Οικογένεια της ΕΛ.ΑΣ., με αφορμή τις δολοφονίες δύο γυναικών μέσα σε λίγες ημέρες στη Νέα Σμύρνη και τη Ροδόπη.
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η ποινική τιμωρία του δράστη έρχεται όταν μια γυναίκα είναι ήδη νεκρή και τίθεται το ερώτημα τι έκανε το κράτος για να αποτρέψει το έγκλημα. Παράλληλα, ζητείται η ρητή κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα, καθώς και η εφαρμογή ολοκληρωμένων πολιτικών πρόληψης, προστασίας των θυμάτων και θεσμικής λογοδοσίας.
Αναλυτικά το δελτίο τύπου της ΕΛ.Α.Σ. αναφέρει:
Μέσα σε λίγες ημέρες, δύο γυναίκες δολοφονήθηκαν στη Νέα Σμύρνη και στη Ροδόπη. Κι όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, αντί να απολογηθεί για όσα δεν έγιναν, επέλεξε να επιτεθεί στην ΕΛ.Α.Σ. και να μοιράσει «πιστοποιητικά τσίπας». Όταν όμως οι γυναίκες δολοφονούνται, το θράσος δεν μπορεί να υποκαθιστά την πολιτική ευθύνη.
Επτά χρόνια στην εξουσία, η κυβέρνηση αρνείται ακόμη και να κατονομάσει τη γυναικοκτονία. Γιατί η αναγνώρισή της θα σήμαινε και την παραδοχή ότι δεν μιλάμε απλώς για «άλλη μία ανθρωποκτονία», αλλά για την ακραία κατάληξη της έμφυλης βίας, της κυριαρχίας και του ελέγχου. Η ποινική τιμωρία του δράστη έρχεται όταν μια γυναίκα είναι ήδη νεκρή. Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα είναι τι έκανε το κράτος για να μη φτάσει ποτέ εκεί.
Γι’ αυτό ζητάμε ρητά την ποινική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» στον Ποινικό Κώδικα, ώστε η έμφυλη διάσταση αυτών των εγκλημάτων να αναγνωρίζεται θεσμικά και να μην εξαφανίζεται πίσω από έναν γενικό ποινικό χαρακτηρισμό. Η γυναικοκτονία πρέπει να κατονομαστεί, γιατί μόνο ό,τι αναγνωρίζεται μπορεί να καταγραφεί, να μελετηθεί, να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί με συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές.
Η επίκληση του Panic Button δεν αρκεί. Δεν μπορεί το κράτος να μεταφέρει διαρκώς την ευθύνη στη γυναίκα που κινδυνεύει: να αναγνωρίσει τη βία, να καταγγείλει, να φύγει, να κρυφτεί, να πατήσει εγκαίρως ένα κουμπί για να σωθεί. Η προστασία της ζωής της δεν μπορεί να είναι ατομική της ευθύνη. Απαιτεί πρόληψη από το σχολείο, έγκαιρη εκτίμηση κινδύνου, ασφαλή στέγαση, οικονομική ανεξαρτησία, εκπαιδευμένες υπηρεσίες και πραγματική θεσμική λογοδοσία.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, ας αφήσει τα «πιστοποιητικά τσίπας» και ας δώσει λογαριασμό για τη δική της πολιτική. Πόσες γυναίκες πρέπει ακόμη να δολοφονηθούν για να αναγνωρίσει επιτέλους τη γυναικοκτονία και να αντιμετωπίσει την έμφυλη βία ως αυτό που είναι: κοινωνικό, πολιτικό και θεσμικό πρόβλημα;
Εφόσον η κυβέρνηση δεν θέλει να αναλάβει την πολιτική της ευθύνη, ας κρατήσει τουλάχιστον τη σιγή της μπροστά στη μνήμη των γυναικών που δεν «χάθηκαν», αλλά δολοφονήθηκαν.