
Με μια παράσταση που συνδυάζει τραγούδι, χιούμορ, αυτοσχεδιασμό και άμεση επικοινωνία με το κοινό επιστρέφει στη Λέσβο ο Γιάννης Ζουγανέλης. Ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης θα εμφανιστεί το Σάββατο 25 Ιουλίου στη Bracciera, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα που, όπως εξήγησε στο στούντιο του «Ν» 99 fm, έχει βασικό στόχο την ουσιαστική ψυχαγωγία.
«Συνομιλώ με τον κόσμο. Κάνουμε μια μουσική παράσταση, κυρίως με τραγούδια, αλλά και με στοιχεία stand-up», ανέφερε. Στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται γνωστά τραγούδια από τη μακρόχρονη πορεία του, αλλά και έργα που έχουν ερμηνεύσει συνεργάτες του και η κόρη του, Ελεωνόρα Ζουγανέλη.
«Το γέλιο αδειάζει το δηλητήριο»
Για τον Γιάννη Ζουγανέλη η κωμικότητα δεν αποτελεί μια εύκολη διαφυγή από την πραγματικότητα, αλλά έναν τρόπο να τη φωτίζει και να την επεξεργάζεται. «Η κωμικότητα είναι το πιο σοβαρό πράγμα στη ζωή», είπε, εξηγώντας ότι μέσα από το τραγούδι και το γέλιο θέλει οι θεατές να αναγνωρίζουν συμπεριφορές, σκέψεις και καταστάσεις που όλοι έχουμε βιώσει.
«Όταν γελάς, φεύγουν τα δηλητήρια και η τοξικότητα που εισπράττεις», σημείωσε. Η επιδίωξή του είναι καλλιτέχνες και κοινό να γίνουν «ένα σώμα», να τραγουδήσουν και να διασκεδάσουν χωρίς ανταγωνισμούς. «Θέλω, φεύγοντας, οι άνθρωποι να πάρουν στις αποσκευές τους πράγματα που θα τους μείνουν», πρόσθεσε.
Η επαφή με το κοινό παραμένει για εκείνον το ουσιαστικότερο μέτρο μιας παράστασης. Δέχεται τόσο τα συγχαρητήρια όσο και την κριτική, ακούγοντας με προσοχή τι άρεσε και τι δεν άρεσε στους θεατές. Όπως είπε, οι άνθρωποι σήμερα δεν έρχονται πάντοτε από το περίσσευμά τους, αλλά συχνά από το υστέρημά τους, γεγονός που μεγαλώνει την ευθύνη του καλλιτέχνη απέναντί τους.
Η αγάπη για τη Λέσβο και η «καταπληκτική χώρα»
Ο Γιάννης Ζουγανέλης μίλησε με θερμά λόγια για τη Λέσβο, ένα νησί που έχει επισκεφθεί πολλές φορές για συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Με αφορμή τη νέα του παρουσία, άνοιξε μια ευρύτερη συζήτηση για την Ελλάδα, τη γεωγραφία, τη φύση και την ευθύνη των πολιτών απέναντι στον τόπο τους.
Απέρριψε την αντίληψη της Ελλάδας ως μιας μικρής χώρας χωρίς δυνατότητες και στάθηκε στην ιδιαίτερη γεωγραφική και πολιτιστική ποικιλομορφία της. «Η Ελλάδα δεν είναι χώρα που τρώει τα παιδιά της. Εμείς τρώμε την Ελλάδα», είπε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται φροντίδα, ενεργούς πολίτες και στροφή προς τον πρωτογενή τομέα και τη δημιουργία.
Παρότι σπούδασε και εργάστηκε στο εξωτερικό, δεν σκέφτηκε, όπως είπε, να εγκαταλείψει μόνιμα την Ελλάδα. «Δεν μπορώ χωρίς το ελληνικό βίωμα, χωρίς αυτό το γεωγραφικό μήκος και πλάτος, χωρίς αυτόν τον καιρό και τη διαφορετικότητα», τόνισε. Διατήρησε, ωστόσο, στενούς δεσμούς με το εξωτερικό, όπου έχει διδάξει και παρουσιάσει έργα οργανικής μουσικής.
Δήλωσε «αριστερός ανένταχτος» και υπερασπίστηκε την ανεξάρτητη στάση του πολίτη απέναντι στα κόμματα. Θυμήθηκε, μάλιστα, ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Ανδρέας Παπανδρέου τού είχε προτείνει να είναι υποψήφιος. Όπως είπε, αρνήθηκε ευγενικά, επιλέγοντας να διατηρήσει «την υπόσταση του πολίτη», την οποία θεωρεί ισχυρότερη από εκείνη του πολιτικού.
Οι κωφοί γονείς και η ανάγκη να «εξηγήσει» τον ήχο
Ιδιαίτερα προσωπική ήταν η αναφορά του στους γονείς του, οι οποίοι ήταν κωφοί και δεν είχαν αποκτήσει τυπική εκπαίδευση. «Ήταν αναλφάβητοι, αλλά ήταν μορφωμένοι», είπε, περιγράφοντας ένα οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο αγάπη, ευφυΐα και φροντίδα.
Η ανάγκη να τους εξηγήσει τι σημαίνει ήχος τον έφερε από πολύ μικρή ηλικία κοντά στη μουσική. Παράλληλα, η επιθυμία του να τους κάνει να γελούν τον οδήγησε στην κωμωδία και αργότερα στο θέατρο. Έτσι εξηγεί την πολυδιάστατη καλλιτεχνική του διαδρομή, που περιλαμβάνει μουσική, τραγούδι, υποκριτική, συγγραφή και διδασκαλία.
Η εμπειρία της οικογένειάς του τον οδήγησε και σε θεσμική ενασχόληση με τα ζητήματα των ανθρώπων με αναπηρία. Από αυτή τη θέση μίλησε για την ανάγκη αξιοπρεπών δημόσιων νοσοκομείων, με περισσότερο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.
Σπούδασε αρχικά Αρχιτεκτονική και στη συνέχεια μουσική, όπερα και δραματική τέχνη στην Ελλάδα και κυρίως στη Γερμανία. Μίλησε ακόμη για τη σύλληψη και τη φυλάκισή του μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1973, μια εμπειρία που, όπως εξομολογήθηκε, εξακολουθεί να επιστρέφει στα όνειρά του.
Η Ελλάδα χωρίς Πανεπιστήμιο Τεχνών
Έντονη ήταν η κριτική του για την απουσία μιας ενιαίας Ακαδημίας ή ενός Πανεπιστημίου Τεχνών στην Ελλάδα. Υπογράμμισε ότι στη χώρα όπου γεννήθηκαν το θέατρο, η μουσική και σημαντικές επιστήμες, οι καλλιτεχνικές σπουδές εξακολουθούν να μην έχουν τη θεσμική θέση που τους αναλογεί.
Για τον ίδιο, η παιδεία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον πολιτισμό. Το ίδιο ισχύει και για την ενημέρωση, όπως είπε απευθυνόμενος στους ανθρώπους του «Ν» 99 fm: «Η ενημέρωση χωρίς πολιτισμό είναι λειψή».
Οι νέοι, η γλώσσα και η απάντηση μέσω του έργου
Ο Γιάννης Ζουγανέλης δεν έκρυψε την ανησυχία του για μέρος της μουσικής που ακούει σήμερα η νέα γενιά. Άσκησε κριτική σε τραγούδια που προβάλλουν τη βία, τα ναρκωτικά, τα όπλα και την επίδειξη, καθώς και στη συρρίκνωση της γλώσσας.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η απάντηση δεν βρίσκεται στη λογοκρισία ή στην καταγγελία. «Αν δεν απαντήσεις με δικό σου έργο, δεν κάνεις τίποτα», ανέφερε, επιμένοντας ότι ο δημιουργός οφείλει να προτείνει και όχι απλώς να απορρίπτει.
Την ίδια φιλοσοφία υπηρετεί και η νέα δουλειά που ετοιμάζει με τη Λέσβια ποιήτρια Ντέπη Χατζηκαμπάνη: ένα βιβλίο με CD και πρωτότυπα τραγούδια για παιδιά. Όπως τόνισε, δεν πρόκειται για «παιδικά τραγούδια», αλλά για τραγούδια που απευθύνονται στα παιδιά με σεβασμό στη σκέψη και την ευαισθησία τους.
Παρά τα χρόνια της διαδρομής του, ο Γιάννης Ζουγανέλης δηλώνει ενεργός και δημιουργικός. Για εκείνον, η νεανικότητα δεν μετριέται με την ηλικία, αλλά με την εγρήγορση, την περιέργεια και την ανάγκη για νέο έργο. Αυτήν ακριβώς την ενέργεια υπόσχεται να μεταφέρει στη σκηνή της Bracciera το βράδυ του Σαββάτου.