
Μείωση της παραγωγής ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την ελαιοκομική περίοδο 2025/26, αλλά και αισιόδοξες προοπτικές (ως προς τον όγκο παραγωγής) για την επόμενη χρονιά, καταγράφει η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές των αγροτικών αγορών.
Σύμφωνα με την έκθεση, η συνολική παραγωγή ελαιολάδου στην ΕΕ αναμένεται να διαμορφωθεί λίγο κάτω από τα 2,1 εκατομμύρια τόνους, παρουσιάζοντας μείωση 5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Παρά τη μικρή αυτή υποχώρηση, η παραγωγή εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 9% υψηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, γεγονός που δείχνει ότι ο κλάδος εξακολουθεί να κινείται σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει τη μείωση κυρίως στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικράτησαν στην Ισπανία και την Ελλάδα.
Σημαντική πτώση στην Ελλάδα
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες που επηρεάστηκαν περισσότερο, καθώς η παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 18% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.
Στην Ισπανία, οι έντονες βροχοπτώσεις στις αρχές του 2026 δυσχέραναν σημαντικά τη συγκομιδή, οδηγώντας σε αναθεώρηση της παραγωγής στους περίπου 1,3 εκατομμύρια τόνους, μειωμένη κατά 9%.
Αντίθετα, η Πορτογαλία αναμένεται να παρουσιάσει οριακή αύξηση της παραγωγής κατά 1%, ενώ στην Ιταλία η φυσιολογική εναλλαγή της καρποφορίας των ελαιώνων οδηγεί σε εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγής κατά 31%, αντισταθμίζοντας μέρος των απωλειών στις υπόλοιπες χώρες.
Τιμές και κατανάλωση
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδίδει τη μείωση αυτή κυρίως στις θετικές προσδοκίες για τη νέα ελαιοκομική περίοδο, καθώς οι καιρικές συνθήκες και η διαθεσιμότητα νερού δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερα καλή παραγωγή το 2026/27.
Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπεται να κινηθεί κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, περίπου στα 1,4 εκατομμύρια τόνους.
Η σταθεροποίηση της προσφοράς και η αποκλιμάκωση των τιμών φαίνεται να επηρεάζουν θετικά και τη ζήτηση, μετά από μια περίοδο έντονων ανατιμήσεων που περιόρισαν την κατανάλωση σε αρκετές χώρες.
Η έκθεση καταγράφει σημαντικές μεταβολές και στις εμπορικές ροές.
Οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να αυξηθούν κατά 6%, φθάνοντας τους 794.000 τόνους, καθώς οι χαμηλότερες τιμές καθιστούν το ευρωπαϊκό ελαιόλαδο περισσότερο ανταγωνιστικό στις διεθνείς αγορές.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η αύξηση των εξαγωγών προς την Κίνα, όπου οι εισαγωγές ευρωπαϊκού ελαιολάδου έως τον Μάρτιο του 2026 είχαν σχεδόν διπλασιαστεί σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρονιάς. Παράλληλα, ανοδικά κινούνται οι αποστολές προς τη Βραζιλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία, ενώ οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν υποχώρηση.
Στο μέτωπο των εισαγωγών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση κατά 24%, στους 223.000 τόνους, κυρίως λόγω της μεγάλης διαθεσιμότητας και των ανταγωνιστικών τιμών του τυνησιακού ελαιολάδου. Η Τυνησία παραμένει ο σημαντικότερος προμηθευτής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται να καλύψει μεγάλο μέρος του κενού που αφήνει η μειωμένη ισπανική παραγωγή.
Θετικές προοπτικές για τη νέα χρονιά
Παρά τις απώλειες της φετινής περιόδου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη για την ελαιοκομική περίοδο 2026/27.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, οι μέχρι στιγμής κλιματικές συνθήκες και η επάρκεια υδάτινων πόρων στις βασικές ελαιοπαραγωγικές χώρες δημιουργούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια ιδιαίτερα παραγωγική χρονιά. Ωστόσο, η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των καιρικών συνθηκών κατά τους επόμενους μήνες και από το αν θα εκδηλωθούν ακραία καιρικά φαινόμενα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανθοφορία και την παραγωγή.