
Από την 1η έως την 8η Ιουλίου καταγράφηκαν δέκα νέα κρούσματα αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Τα νέα κρούσματα εντοπίστηκαν σε περιοχές όπου η ζωονόσος είχε ήδη προκαλέσει μεγάλο αριθμό μολύνσεων και, θεωρητικά, μετά τις μαζικές θανατώσεις κοπαδιών το πρόβλημα θα έπρεπε να έχει περιοριστεί. Ωστόσο, η εμφάνιση νέων κρουσμάτων μαρτυρά την αποτυχία του σχεδιασμού που εφαρμόζεται.
Παρ' όλα αυτά, κανείς από τους αρμόδιους, τόσο σε τοπικό όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο, δεν δείχνει διατεθειμένος να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την κατάσταση. Οι κτηνιατρικές αρχές εξακολουθούν να τρέχουν πίσω από τις εξελίξεις. Σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος, στις 13 Μαρτίου, δεν έχουν καταφέρει να ολοκληρώσουν την απαραίτητη ιχνηλάτηση, ώστε στη συνέχεια να δρομολογηθούν τα μέτρα που απαιτούνται για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου.
Η εξέλιξη των κρουσμάτων από την 1η Ιουλίου έχει ως εξής:
1 Ιουλίου: ένα κρούσμα στον Μεσότοπο.
2 Ιουλίου: κανένα κρούσμα.
3 Ιουλίου: ένα κρούσμα στην Αρίσβη.
4 και 5 Ιουλίου: δεν πραγματοποιήθηκαν έλεγχοι λόγω Σαββατοκύριακου.
6 Ιουλίου: τρία κρούσματα, δύο στην Αγία Παρασκευή και ένα στην Πελόπη.
7 Ιουλίου: ένα νέο κρούσμα στην Πελόπη.
8 Ιουλίου: τέσσερα νέα κρούσματα, δύο στην Αγία Παρασκευή, ένα στο Υψηλομέτωπο και ένα στην Πελόπη.
Τέσσερις μήνες μετά την εμφάνιση της νόσου, η καταστροφή των κοπαδιών στη Λέσβο συνεχίζεται. Έχουν θανατωθεί σχεδόν 60.000 αιγοπρόβατα στο νησί και, μέχρι σήμερα, δεν έχει παρουσιαστεί κανένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Η εκτίμηση της πορείας της επιζωοτίας, που είχε αναφερθεί ότι θα πραγματοποιούνταν μετά το πρώτο τρίμηνο, επίσης δεν έγινε.
Η μοναδική πρακτική που εξακολουθεί να εφαρμόζεται είναι η θανάτωση των κοπαδιών. Καμία κτηνιατρική αρχή δεν έχει αναλάβει δημόσια να υπερασπιστεί αυτή την πρακτική ή να εξηγήσει πώς εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο αντιμετώπισης της νόσου. Παράλληλα, καμία αρμόδια υπηρεσία δεν προχωρά στην αλλαγή ή την αναθεώρησή της.
Το μόνο που ακούγεται είναι εικασίες σχετικά με τον τρόπο εξάπλωσης της νόσου. Ωστόσο, ούτε αυτές διατυπώνονται δημόσια με σαφήνεια και υπευθυνότητα, αλλά διακινούνται μέσα από υπαινιγμούς και μισόλογα, χωρίς κανείς να αναλαμβάνει την ευθύνη των όσων υποστηρίζει. Κεντρικό στοιχείο αυτής της συζήτησης είναι ότι οι κτηνοτρόφοι φέρονται να ευθύνονται για την εξάπλωση της νόσου, χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν παρουσιαστεί δημόσια τεκμηριωμένα στοιχεία που να στηρίζουν έναν τέτοιο ισχυρισμό.