
«Ο λαγοκέφαλος δεν ήρθε μόνος του. Εμείς του ανοίξαμε τον δρόμο και εμείς συνεχίζουμε να δημιουργούμε τις συνθήκες για να εξαπλώνεται».
Με αυτή τη φράση ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς συνοψίζει στο ραδιόφωνο του «Ν» μια προσέγγιση που απέχει από τον εύκολο εντυπωσιασμό. Ο συγγραφέας, ερευνητής, διδάκτορας Λαογραφίας, κατασκευαστής χειροποίητων τεχνητών δολωμάτων και ένας από τους πλέον αναγνωρίσιμους ανθρώπους της ελληνικής ψαρευτικής κοινότητας, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τον φόβο γύρω από τον λαγοκέφαλο στις βαθύτερες αιτίες που τον έφεραν στη Μεσόγειο.

Όπως εξηγεί, ο λαγοκέφαλος αποτελεί ένα από τα εκατοντάδες ξενικά είδη που πέρασαν στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, μιας ανθρώπινης παρέμβασης που συνέδεσε δύο θάλασσες οι οποίες δεν επικοινωνούσαν φυσικά. Η εξάπλωσή του, όμως, δεν θα ήταν δυνατή μέχρι το Βόρειο Αιγαίο χωρίς τη συνεχιζόμενη άνοδο της θερμοκρασίας της θάλασσας λόγω της κλιματικής αλλαγής.
«Δεν πέταξε πάνω από την Αφρική για να έρθει εδώ. Ήρθε επειδή κάποτε ο άνθρωπος ένωσε δύο θάλασσες και σήμερα συνεχίζει να ευνοείται από την υπερθέρμανση των νερών», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Παρότι αναγνωρίζει ότι το ψάρι διαθέτει ισχυρό δάγκωμα και ότι η κατανάλωσή του είναι εξαιρετικά επικίνδυνη λόγω της τοξίνης που περιέχει, θεωρεί ότι η δημόσια συζήτηση έχει μετατοπιστεί υπερβολικά προς τον φόβο.
Υπενθυμίζει ότι τα ατυχήματα από αχινούς, δράκαινες και άλλα θαλάσσια είδη είναι πολύ συχνότερα, ενώ τα περιστατικά με λαγοκέφαλους παραμένουν περιορισμένα. Το πραγματικό πρόβλημα, υποστηρίζει, βρίσκεται αλλού.
«Ο λαγοκέφαλος αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για τα ιχθυαποθέματα και για το εισόδημα των επαγγελματιών ψαράδων παρά για τους λουόμενους».
Ο λαγοκέφαλος, εξηγεί, αναπαράγεται γρήγορα, έχει ελάχιστους φυσικούς εχθρούς και καταναλώνει σημαντικά εμπορικά είδη, όπως μπαρμπούνια, χταπόδια και άλλα ψάρια. Παράλληλα προκαλεί μεγάλες ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία και μειώνει δραματικά το εισόδημα των επαγγελματιών αλιέων, ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα, όπου το πρόβλημα είναι ήδη οξύ.
Αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι κάποια ντόπια αρπακτικά, όπως οι ροφοί ή οι ζαργάνες, αρχίζουν να καταναλώνουν νεαρούς λαγοκέφαλους, αυτό δεν αρκεί για να αναχαιτίσει την πληθυσμιακή τους έκρηξη.
Αναφερόμενος στην κυβερνητική εξαγγελία για οικονομική ενίσχυση των ψαράδων που θα αλιεύουν λαγοκέφαλους, εμφανίζεται συγκρατημένα θετικός.
Όπως λέει, πρόκειται για ένα μέτρο που μπορεί να προσφέρει μια προσωρινή οικονομική ανάσα στους επαγγελματίες, ιδιαίτερα σε όσους βλέπουν καθημερινά τα εισοδήματά τους να μειώνονται.
Ωστόσο, υπενθυμίζει ότι αντίστοιχη πρακτική εφαρμόστηκε και στην Κύπρο χωρίς να περιορίσει ουσιαστικά τους πληθυσμούς του είδους.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να εξαφανιστεί ο λαγοκέφαλος από τη Μεσόγειο. Το ερώτημα είναι πώς θα μάθουμε να διαχειριζόμαστε μια νέα πραγματικότητα».
Ένα από τα σημεία που τον προβληματίζουν περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται το ζήτημα στα μέσα ενημέρωσης και στα κοινωνικά δίκτυα.
Ο ίδιος ασκεί έντονη κριτική στη συστηματική δαιμονοποίηση του λαγοκέφαλου, ακόμη και στη βίαιη μεταχείρισή του μπροστά στην κάμερα.
«Βλέπουμε ανθρώπους να βασανίζουν ένα ζώο που δεν ευθύνεται για τίποτα. Ο λαγοκέφαλος κάνει αυτό που ξέρει να κάνει. Το πρόβλημα είναι ότι εμείς δημιουργήσαμε το περιβάλλον που τον ευνοεί».
Θεωρεί μάλιστα ενδεικτικό ότι χρησιμοποιούνται ακόμη και όροι όπως «λαθρομετανάστης» για να περιγραφεί το ψάρι, αναπαράγοντας, όπως λέει, μια λογική μεταφοράς της ευθύνης από τις αιτίες στα συμπτώματα.
Η συζήτηση οδηγείται τελικά στην κλιματική αλλαγή, την οποία θεωρεί τον βασικό παράγοντα πίσω από την εξάπλωση των ξενικών ειδών.
«Όσο οι θάλασσες θερμαίνονται, τόσο περισσότερο ευνοούνται αυτά τα είδη εις βάρος των ψαριών που ζούσαν εδώ επί χιλιάδες χρόνια», τονίζει.
Κατά τον ίδιο, η κοινωνία επιμένει να συζητά τις εικόνες που προκαλούν εντύπωση, ενώ αποφεύγει τις δύσκολες πολιτικές και περιβαλλοντικές συζητήσεις για την ενεργειακή μετάβαση, την προστασία των θαλασσών και τις πραγματικές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Ο Γιώργος Τυρίκος-Εργάς κλείνει τη συνέντευξη με μια προειδοποίηση που ξεπερνά κατά πολύ τον λαγοκέφαλο.
Όπως επισημαίνει, όσοι βρίσκονται καθημερινά στη θάλασσα βλέπουν ήδη τη δραματική μείωση των ιχθυαποθεμάτων, τη φτωχότερη βιοποικιλότητα και την υποβάθμιση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
«Δεν θα μπορεί σύντομα να υπάρξει ούτε ο επαγγελματίας ψαράς, ούτε ο άνθρωπος που κατασκευάζει τεχνητά, ούτε το ίδιο το χόμπι όπως το γνωρίζουμε σήμερα, αν δεν αρχίσουμε να ασχολούμαστε με τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων και όχι μόνο με τον εντυπωσιασμό», καταλήγει.