
Η πορεία των τραπεζικών καταθέσεων στα νησιά του νομού Λέσβου (Λέσβος, Λήμνος, Αη Στράτης) από το 2019 έως το τέλος του 2025 αποτυπώνει μια εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 31%, με τα υπόλοιπα να ενισχύονται από 1.082 εκατ. ευρώ σε 1.418 εκατ. ευρώ. Η ανοδική αυτή τάση, που ξεκίνησε έντονα την περίοδο της πανδημίας και συνεχίστηκε, με διακυμάνσεις, μέχρι το τέλος του 2025, δημιουργεί μια εικόνα ενίσχυσης της ρευστότητας στο νησί αλλά και αδυναμία διοχέτευσης των πόρων αυτών σε επενδύσεις. Πιθανά ένα τμήμα των νέων καταθέσεων να προήλθε από κεφάλαια που αποσύρθηκαν από τις τράπεζες πριν από το 2019.
Η αύξηση των καταθέσεων καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλα λαϊκά στρώματα δηλώνουν αδυναμία αποταμίευσης. Πολλοί είναι και αυτοί που χρησιμοποιούν αποταμιεύσεις για να καλύψουν τις τρέχουσες ανάγκες τους. Οι μισθοί, οι συντάξεις και τα ημερομίσθια παραμένουν πιεσμένα, το διαθέσιμο εισόδημα συρρικνώνεται από το αυξημένο κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών, ενώ σημαντικό ποσοστό νοικοκυριών κινείται με μηδενικά ή οριακά τραπεζικά υπόλοιπα. Το γεγονός ότι, παρά τα δεδομένα αυτά, οι συνολικές καταθέσεις αυξάνονται σταθερά, υποδηλώνει πως η ενίσχυση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Αντιθέτως, φαίνεται να προέρχεται από συγκεκριμένα τμήματα της τοπικής κοινωνίας που καταγράφουν κέρδη και διαθέτουν πλεονάζουσα ρευστότητα.
Η συγκέντρωση αποταμιεύσεων αποτελεί φαινόμενο που έχει παρατηρηθεί και σε εθνικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια. Στα νησιά του νομού Λέσβου, η αύξηση κατά 335 εκατ. ευρώ μέσα σε 6,5 χρόνια δεν μπορεί να εξηγηθεί από τη βελτίωση των μισθών ή από μια γενικευμένη ευημερία. Αντίθετα, αντανακλά τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Άλλωστε η μεγάλη φτώχεια πάντα πάει μαζί με τον μεγάλο πλούτο, ακόμη κι αν αυτός κρύβεται επιμελώς.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η άνοδος των καταθέσεων συνεχίζεται ακόμη και σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού. Ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών διαβρώνει την αγοραστική αξία των χρηματικών διαθεσίμων, καθιστώντας τις απλές τραπεζικές καταθέσεις λιγότερο ελκυστικές ως μέσο διατήρησης αξίας. Παρ’ όλα αυτά, τα στοιχεία δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος όσων αποκομίζουν κέρδη επιλέγουν να διατηρούν τα χρήματά τους στο τραπεζικό σύστημα.
Η στάση αυτή μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους. Από τη μία πλευρά, υποδηλώνει επιφυλακτικότητα απέναντι σε άλλα επενδυτικά προϊόντα, όπως μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια ή πιο σύνθετα χρηματοοικονομικά εργαλεία. Η εμπειρία των προηγούμενων δεκαετίων, με την οικονομική κρίση και την απώλεια εμπιστοσύνης σε θεσμούς και αγορές, έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα.
Η αύξηση των καταθέσεων, την ώρα που στα νησιά του νομού δεν παρουσιάζεται κάποιος επενδυτικός «οργασμός» και ταυτόχρονα οι τζίροι στο λιανεμπόροι και την εστίαση υποχωρούν δείχνει προβληματικές νησιωτικές οικονομίες. Η απουσία επενδύσεων, φυσικά δείχνει πως όσοι διαθέτουν τα κεφάλαια ή αποκομίζουν κέρδη δεν εμπιστεύονται τις τοπικές νησιωτικές οικονομίες. Δεν βλέπουν προοπτικές μεγένθυσης ώστε οι επενδύσεις που θα κάνουν να τους αποδώσουν νέα κέρδη. Σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία δείχνουν διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Οι αριθμοί
Η εξέλιξη των τραπεζικών καταθέσεων στον Νομό Λέσβου (υπόλοιπα τέλους περιόδου σε εκατ. ευρώ) διαμορφώνεται ως εξής:
Ιούνιος 2019: 1.082,049 εκατ. ευρώ
Δεκέμβριος 2025: 1.417,884 εκατ. ευρώ
Συνολικά, μέσα σε 6,5 χρόνια οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 335,835 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 31,0%.
Από τα 1.082 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο 2019, οι καταθέσεις ανήλθαν στα 1.224 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο 2020. Η αύξηση αυτή, της τάξης περίπου των 142 εκατ. ευρώ μέσα σε 18 μήνες, συμπίπτει με την περίοδο της πανδημίας, όταν σε πανελλαδικό επίπεδο παρατηρήθηκε ενίσχυση των αποταμιεύσεων λόγω περιορισμού της κατανάλωσης και κρατικών ενισχύσεων.
Το 2021 συνεχίζεται η άνοδος, με τις καταθέσεις να φθάνουν τα 1.268 εκατ. ευρώ στο τέλος του έτους. Σε σχέση με το 2019, η σωρευτική αύξηση έχει ήδη ξεπεράσει τα 180 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει ισχυρή ενίσχυση της ρευστότητας στο τοπικό τραπεζικό σύστημα. Το 2022 παρατηρείται σχετική σταθεροποίηση. Από τα 1.268 εκατ. ευρώ (Δεκέμβριος 2021), οι καταθέσεις διαμορφώνονται στα 1.301 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2022. Υπάρχει μικρή διακύμανση εντός του έτους, αλλά η γενική τάση παραμένει ανοδική, παρά τις πληθωριστικές πιέσεις και την ενεργειακή κρίση.
Το 2023 καταγράφεται νέα ενίσχυση, με τις καταθέσεις να φθάνουν τα 1.343 εκατ. ευρώ στο τέλος του έτους. Σε σύγκριση με το 2019, η αύξηση αγγίζει πλέον τα 261 εκατ. ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ότι το υψηλότερο κόστος ζωής δεν οδήγησε σε μαζική απομείωση των υπολοίπων. Το 2024 παρατηρείται ελαφρά διακύμανση στο μέσο του έτους, αλλά στο τέλος του 2024 οι καταθέσεις ανέρχονται στα 1.379 εκατ. ευρώ, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία.
Το 2025 εμφανίζει μικρή κάμψη στο πρώτο εξάμηνο, ωστόσο στο τέλος του έτους οι καταθέσεις εκτινάσσονται στα 1.417,884 εκατ. ευρώ, που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο ολόκληρης της περιόδου.