
Σημαντικές πιέσεις στο εισόδημα και στο βιοτικό επίπεδο των ελληνικών νοικοκυριών καταγράφει η ετήσια έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων) για το 2025, η οποία αποτυπώνει με σαφήνεια τη συνεχιζόμενη οικονομική ανασφάλεια και τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Σύμφωνα με τα βασικά ευρήματα της μελέτης, το 70,5% των νοικοκυριών δηλώνει ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ, ενώ μόλις το 12,7% ξεπερνά τις 30.000 ευρώ. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες, σε ποσοστό 51,5%, αναφέρουν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε μέσα στο 2025, ενώ μόνο το 13,5% δηλώνει βελτίωση.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για την επάρκεια του εισοδήματος. Το 62,1% των νοικοκυριών δηλώνει ότι τα μηνιαία έσοδά του δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του μήνα, ποσοστό που αποτελεί το δυσμενέστερο που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στις έρευνες του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Για τα νοικοκυριά αυτά, το εισόδημα επαρκεί κατά μέσο όρο μόνο για 18 ημέρες (19 ημέρες για το 2024).
Παράλληλα, η αδυναμία αποταμίευσης παραμένει εκτεταμένη. Το 83,5% των νοικοκυριών δηλώνει ότι δεν μπορεί να αποταμιεύσει, με τη δυνατότητα αποταμίευσης να περιορίζεται κυρίως σε όσους διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα. Αντίθετα, τα χαμηλά και μεσαία στρώματα εμφανίζονται ιδιαίτερα ευάλωτα σε απρόβλεπτα έξοδα.
Η έρευνα καταγράφει επίσης ότι περισσότερα από τα μισά νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν έκτακτη δαπάνη ύψους 500 ευρώ, ενώ σημαντικό ποσοστό καθυστερεί πληρωμές σε βασικές υποχρεώσεις, όπως ρεύμα, θέρμανση και ιατρική περίθαλψη.
Στο πεδίο της κατανάλωσης, παρατηρείται στροφή προς περιορισμό δαπανών σε τομείς όπως η ένδυση και η ψυχαγωγία, προκειμένου να καλυφθούν βασικές ανάγκες. Περισσότερα από τα 2/3 των νοικοκυριών δηλώνουν ότι επηρεάστηκαν έντονα από τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων και των λογαριασμών κατοικίας.
Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι οικονομικά ασθενέστερες ομάδες, καθώς δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε ανελαστικές ανάγκες. Επιπλέον, τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά καταγράφουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες, με το 60% να δηλώνει επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης.
Η ανάλυση ανά εισοδηματική κατηγορία δείχνει ότι έξι στα δέκα νοικοκυριά με εισόδημα έως 18.000 ευρώ βίωσαν επιδείνωση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με τα υψηλότερα εισοδήματα. Ωστόσο, ακόμη και στα νοικοκυριά άνω των 30.000 €, ένα στα τρία δηλώνει επιδείνωση, γεγονός που αποτυπώνει τη γενικευμένη φύση της κρίσης.
Ανησυχητικά είναι και τα στοιχεία για το μέλλον. Σχεδόν οι μισοί ερωτηθέντες, σε ποσοστό 49,8%, εκτιμούν ότι η οικονομική τους κατάσταση θα χειροτερεύσει το 2026, καταγράφοντας σημαντική αύξηση απαισιοδοξίας σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει τη συνέχιση του φαινομένου του brain drain, με το 10,9% των νοικοκυριών να δηλώνει ότι τουλάχιστον ένα μέλος μετανάστευσε για εργασία στο εξωτερικό την τελευταία πενταετία, έναντι μόλις 6,6% που επέστρεψε στην Ελλάδα.
Συμπερασματικά, η μελέτη του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταδεικνύει ότι οι πιέσεις στο εισόδημα και στην ποιότητα ζωής των ελληνικών νοικοκυριών παραμένουν έντονες και τείνουν πλέον να επηρεάζουν και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Οι ερευνητές επισημαίνουν την ανάγκη για πολιτικές που θα ενισχύσουν ουσιαστικά τα εισοδήματα, θα περιορίσουν το κόστος ζωής και θα διαμορφώσουν συνθήκες οικονομικής σταθερότητας και αξιοπρεπούς διαβίωσης για το σύνολο του πληθυσμού.