
Στον αέρα του ραδιοφωνικού σταθμού Στο Νησί 99 fm και με ταυτόχρονη ζωντανή μετάδοση από το facebook και το stonisi.gr, ο Θράσος Αβραάμ φιλοξένησε στο στούντιο δυο νεοδιόριστες εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, την Αλεξάνδρα Λύκου και την Εύη Μπουτούλη, μέλη της Ριζοσπαστικής Παρέμβασης Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας. Αφορμή της συζήτησης ήταν η πρόσφατη κινητοποίηση για τα πειθαρχικά σε βάρος εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στην απεργία αποχή από την ατομική αξιολόγηση, με τις δυο καλεσμένες να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κλιμάκωση πίεσης, που μετατρέπει ένα νόμιμο συνδικαλιστικό εργαλείο σε πεδίο δίωξης.
Η Αλεξάνδρα Λύκου στάθηκε πρώτα στη μαζικότητα, λέγοντας ότι οι κινητοποιήσεις δεν έγιναν μόνο στη Λέσβο, αλλά είχαν πανελλαδική εμβέλεια, από τη Ροδόπη μέχρι την Κρήτη, σε τουλάχιστον 20 πόλεις. Υπογράμμισε μάλιστα ότι πραγματοποιήθηκαν μέσα σε δύσκολες καιρικές συνθήκες, με προειδοποιήσεις 112 σε πολλές περιοχές και με κλειστά σχολεία, γεγονός που, όπως τόνισε, κάνει ακόμη πιο καθαρό το μήνυμα αλληλεγγύης. Στο επίκεντρο, όπως περιέγραψε, βρέθηκαν τρεις συναδέλφισες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με πειθαρχική διαδικασία στην Τρίπολη, επειδή συμμετείχαν στην απεργία αποχή.
Τι είναι η απεργία αποχή και γιατί φτάνει στα πειθαρχικά
Στη συζήτηση τέθηκε το ερώτημα πώς ορίζεται η απεργία αποχή και με ποια λογική οδηγούνται εκπαιδευτικοί σε πειθαρχικά. Οι 2 εκπαιδευτικοί εξήγησαν ότι εδώ και 4 με 5 χρόνια, μετά την ψήφιση του νόμου για την αξιολόγηση, η ομοσπονδία έχει αποφασίσει απεργία αποχή από συγκεκριμένες διαδικασίες της αξιολόγησης. Όπως το διατύπωσαν, αυτό σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί πηγαίνουν κανονικά στην εργασία τους και εκτελούν τα καθήκοντά τους, αλλά απέχουν από ένα συγκεκριμένο διοικητικό σκέλος, δηλαδή τη συμμετοχή στην ατομική αξιολόγηση.
Κεντρικό σημείο της τοποθέτησής τους ήταν ότι το υπουργείο, όπως είπαν, δεν αναγνωρίζει την απεργία αποχή ως νόμιμη, ενώ, κατά τη δική τους ανάγνωση, τέτοια κρίση δεν μπορεί να αποτελεί αρμοδιότητα ενός υπουργείου, αλλά κρίνεται από τα δικαστήρια. Παρότι, όπως ανέφεραν, η συγκεκριμένη μορφή κινητοποίησης δεν έχει κριθεί δικαστικά ως παράνομη, υποστήριξαν ότι αποστέλλονται πειθαρχικά με την αιτιολογία της άρνησης αξιολόγησης, ενώ οι ίδιες επιμένουν ότι πρόκειται για συλλογική συμμετοχή σε προκηρυγμένη απεργία αποχή και όχι για ατομική άρνηση.
Η Εύη Μπουτούλη, συμπληρώνοντας, έθεσε το ερώτημα με πιο απλό τρόπο. Αν μια 24ωρη απεργία, όπου ο εργαζόμενος δεν πάει στη δουλειά, δεν οδηγεί σε πειθαρχικό, τότε γιατί μια προκηρυγμένη απεργία αποχή, που αφορά συγκεκριμένο διοικητικό καθήκον, αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα. Από αυτή τη σύγκριση, όπως είπαν, προκύπτει και η φράση περί ποινικοποίησης της απεργίας.
Φόβος μέσα στα σχολεία και επιστροφή του επιθεωρητή
Στο ερώτημα αν η πίεση αυτή δημιουργεί φόβο και ανασφάλεια στα σχολεία, η Αλεξάνδρα Λύκου υποστήριξε ότι, αφού το υπουργείο δεν κατάφερε να περάσει την αξιολόγηση με συναινετικό τρόπο, επιχειρεί να την επιβάλει πιο επιτακτικά, με αποτέλεσμα η αξιολόγηση να εκλαμβάνεται ως φόβητρο. Κατά την ίδια, αυτό δεν αφορά μόνο την τυπική διδασκαλία, αλλά μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάθε παιδαγωγική ή κοινωνική δράση στο σχολικό περιβάλλον. Περιέγραψε επίσης την αίσθηση ότι επιστρέφει ένα παλιότερο μοντέλο επιθεωρητισμού, με την επιθεώρηση μέσα στην τάξη, που, όπως είπε, δεν βοηθά ουσιαστικά την εκπαιδευτική διαδικασία.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι 2 εκπαιδευτικοί έκαναν διάκριση ανάμεσα σε μια συμβουλευτική στήριξη των εκπαιδευτικών και σε μια αξιολογική επιτήρηση. Υποστήριξαν ότι πριν από τον νόμο της αξιολόγησης ο ρόλος των συμβούλων μπορούσε να λειτουργεί υποστηρικτικά, ιδιαίτερα στις δύσκολες περιπτώσεις, ενώ τώρα, όπως είπαν, η συμβουλευτική υποχωρεί και υπερισχύει η λογική ελέγχου.
Νεοδιόριστοι με 15 ως 20 χρόνια στις τάξεις και 67 κριτήρια
Σημείο που επανήλθε αρκετές φορές ήταν το τι σημαίνει νεοδιόριστος. Οι καλεσμένες τόνισαν ότι ο νεοδιόριστος δεν είναι απαραίτητα νέος στη δουλειά, αφού υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εργάστηκαν 15 ως 20 χρόνια ως αναπληρωτές, μετακινούμενοι από περιοχή σε περιοχή, πριν διοριστούν. Στη βάση αυτή, έθεσαν το ερώτημα τι ακριβώς καλείται να αξιολογήσει το σύστημα σε ανθρώπους με πολυετή προϋπηρεσία και υψηλά τυπικά προσόντα, αναφέροντας ότι πλέον το πλαίσιο διορισμών απαιτεί περισσότερα προσόντα σε σχέση με παλιότερα.
Στη συζήτηση μπήκε και η αναφορά σε κριτήρια αξιολόγησης, με την Εύη Μπουτούλη να μιλά για τουλάχιστον 67 κριτήρια. Με αυτό το δεδομένο, υποστήριξε ότι αν το κράτος θεωρεί πως ένας εκπαιδευτικός δεν είναι επαρκής, τότε θα έπρεπε πρώτα να επενδύσει στην επιμόρφωσή του και όχι να χρησιμοποιεί την αξιολόγηση ως μηχανισμό πίεσης και ποινών.
Οι τρεις πυλώνες της αξιολόγησης και η ατομική ευθύνη
Οι δυο εκπαιδευτικοί περιέγραψαν την αξιολόγηση ως ένα πλέγμα που, όπως είπαν, συνδέει σχολική μονάδα, μαθητές και εκπαιδευτικούς. Από τη δική τους οπτική, η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας δεν εστιάζει στις υποδομές, αλλά σε όσα κάνουν οι εκπαιδευτικοί για να βελτιώσουν το σχολείο, μεταφέροντας την ευθύνη από το κράτος προς τους εργαζόμενους. Στον δεύτερο πυλώνα, αναφέρθηκαν σε εξετάσεις τύπου Pisa, μιλώντας για μια διαδικασία που μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός κατηγοριοποίησης σχολείων και διαδρομών, ενώ στον τρίτο πυλώνα τοποθέτησαν την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.
Στην ίδια λογική ενέταξαν και τη συζήτηση για την ατομική ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι ενισχύεται ένα αφήγημα όπου για τα προβλήματα στο σχολείο φταίει ο δάσκαλος και για τις δυσκολίες των παιδιών φταίει ο γονιός, αφήνοντας εκτός κάδρου τη θεσμική και κρατική ευθύνη. Έφεραν ως παράδειγμα την υποχρηματοδότηση, λέγοντας ότι η χρηματοδότηση έχει μειωθεί κατά 70% τα τελευταία 15 χρόνια, ενώ εξέφρασαν ανησυχία και για αλλαγές που, όπως είπαν, οδηγούν σε ακόμη πιο στενή οικονομική ασφυξία στις σχολικές μονάδες.
2.500 πειθαρχικά και η πίεση προς σωματεία και ομοσπονδία
Στο κομμάτι της συνδικαλιστικής στάσης, αναφέρθηκε ότι ο αριθμός των εκπαιδευτικών που έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με πειθαρχικά φτάνει τους 2.500, ενώ ειπώθηκε ότι όταν ξεκίνησε πιο μαζικά η απεργία αποχή, οι συμμετοχές ήταν περίπου 25.000. Όπως ειπώθηκε, η μείωση αυτού του αριθμού δεν σημαίνει ότι άλλαξε η στάση του κλάδου, αλλά ότι λειτούργησε ο φόβος και η πίεση, με πολλούς να μην αντέχουν το ρίσκο, χωρίς αυτό να τους καθιστά υπέρμαχους της αξιολόγησης.
Οι δυο εκπαιδευτικοί αναφέρθηκαν επίσης στις διαφορετικές τάσεις μέσα στις ομοσπονδίες και στα σωματεία, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν πιο συντηρητικές ή φιλοκυβερνητικές δυνάμεις, αλλά, όπως είπαν, αναπτύσσεται και μια κινηματική πίεση από τα κάτω, μέσα από επιτροπές αγώνα, ώστε να ενισχυθούν οι αποφάσεις και οι δράσεις.
Στο ειδικό ερώτημα για τη Λέσβο και τη στάση του τοπικού ΣΕΠΕ, ακούστηκε κριτική ότι δεν έγιναν όσα θα έπρεπε, με αιχμή το ζήτημα της συνύπαρξης θεσμικών ρόλων και συνδικαλιστικών θέσεων. Στο ίδιο σημείο, η συζήτηση ανέδειξε την απαίτηση για πρωτοβάθμια σωματεία που να κινούνται πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά, ειδικά σε ζητήματα όπως οι μονιμοποιήσεις και οι δικαστικές διεκδικήσεις.
Διάλογος με το υπουργείο και ο μαραθώνιος της αντοχής
Σε ερώτηση για το αν έχει επιχειρηθεί συνεννόηση με το υπουργείο, ειπώθηκε ότι η ΔΟΕ έχει καλέσει επανειλημμένα σε διάλογο, χωρίς, κατά την περιγραφή τους, να προκύπτει αποτέλεσμα που να ανταποκρίνεται στα αιτήματα. Οι καλεσμένες υποστήριξαν ότι ο διάλογος συχνά γίνεται για τα μάτια του κόσμου και ότι οι κατευθύνσεις πολιτικής δεν καθορίζονται από παιδαγωγικά κριτήρια αλλά από οικονομικές γραμμές και διεθνείς προσανατολισμούς.
Προς το τέλος, η συζήτηση πήρε πιο προσωπικό τόνο. Η Εύη Μπουτούλη περιέγραψε τον αγώνα ενάντια στην αξιολόγηση ως μαραθώνιο, με φάσεις κούρασης και απογοήτευσης, αλλά και στιγμές που η συλλογικότητα λειτουργεί υποστηρικτικά και κρατά τον κόσμο όρθιο. Η Αλεξάνδρα Λύκου μίλησε επίσης για τη σημασία του να μη νιώθει κανείς μόνος μέσα στο σχολείο και τόνισε ότι ο στόχος δεν αφορά μόνο εργασιακές διεκδικήσεις, αλλά και την παιδαγωγική ελευθερία, τον δημοκρατικό χαρακτήρα του σχολείου και την ισότητα στην πρόσβαση.
Το βασικό μήνυμα που επιδίωξαν να περάσουν, όπως ειπώθηκε ρητά, είναι ότι ο αγώνας των εκπαιδευτικών δεν είναι ατομικός, αλλά αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Ζήτησαν στήριξη από γονείς και πολίτες, υποστηρίζοντας ότι η υπεράσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα στην απεργία, αφορά όλους τους εργαζόμενους.
Κλείνοντας, στάθηκαν στη σημασία της οργάνωσης και της συλλογικής δράσης, ως αντίβαρο στην ατομικότητα, και στην ανάγκη να παραμείνει το σχολείο ανοιχτό, δημοκρατικό και χωρίς κατηγοριοποιήσεις που, όπως υποστήριξαν, θα βαραίνουν πρώτα από όλα τα παιδιά.