
Το Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τις σοβαρές επιπτώσεις που έχουν προκαλέσει η ευλογιά των προβάτων και ο αφθώδης πυρετός στη Λέσβο, επισημαίνοντας ότι η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Οι πανεπιστημιακοί τονίζουν ότι, παρά τις μεγάλες προσπάθειες των κτηνιατρικών υπηρεσιών, απαιτείται πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένη αποτίμηση της μέχρι σήμερα διαχείρισης της επιζωοτίας. Ζητούν να ενισχυθεί η ενεργητική επιδημιολογική επιτήρηση με συστηματικές δειγματοληψίες και εργαστηριακούς ελέγχους σε όλη τη χώρα, ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα για την πραγματική έκταση της νόσου και να σχεδιαστούν αποτελεσματικότερα τα επόμενα μέτρα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κρίσης. Το ψήφισμα υπογραμμίζει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι μόνο η απώλεια ζωικού κεφαλαίου, αλλά η εγκατάλειψη της κτηνοτροφίας από τους ίδιους τους παραγωγούς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι μόνο να χαθούν περισσότερα ζώα. Είναι να χαθούν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι», προειδοποιώντας ότι η απώλεια ανθρώπινου δυναμικού θα έχει μακροχρόνιες συνέπειες για την ύπαιθρο και την εθνική οικονομία.
Παράλληλα, η εμφάνιση αφθώδους πυρετού στη Λέσβο αναδεικνύει, σύμφωνα με το ΑΠΘ, την ανάγκη ενίσχυσης των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών και υιοθέτησης μιας πιο ευέλικτης και επιστημονικά τεκμηριωμένης στρατηγικής για την αντιμετώπιση των ζωονόσων.
Το Τμήμα Κτηνιατρικής θεωρεί ότι πρέπει να επανεξεταστούν όλες οι διαθέσιμες επιστημονικές επιλογές, ακόμη και η εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων εμβολιασμού όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, με παράλληλη μέριμνα ώστε να προστατευθούν οι εξαγωγές και ιδιαίτερα η φέτα, η οποία αποτελεί στρατηγικό προϊόν της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας.
Τέλος, το ψήφισμα καλεί την Πολιτεία να προχωρήσει άμεσα:
Το ψήφισμα
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο του ψηφίσματος:
«Η Συνέλευση του Τμήματος Κτηνιατρικής -αρ. συν. 875/10-7-2026- του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στον πρωτογενή τομέα και στον ρόλο του Δημόσιου Πανεπιστημίου, εκφράζει την έντονη ανησυχία της για τη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί με την επιζωοτία της ευλογιάς των προβάτων και τις νέες προκλήσεις που αναδεικνύονται από τον αφθώδη πυρετό στο νησί της Λέσβου.
Η ευλογιά των προβάτων έχει εξελιχθεί σε μία από τις σοβαρότερες κρίσεις που έχει αντιμετωπίσει η ελληνική κτηνοτροφία τις τελευταίες δεκαετίες. Μετά από πολλούς μήνες εφαρμογής περιοριστικών μέτρων, εκτεταμένων θανατώσεων εκατοντάδων χιλιάδων ζώων και σημαντικών κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων για το κτηνοτροφικό οικοσύστημα και τις τοπικές κοινωνίες, καθίσταται αναγκαία η συνολική αποτίμηση της μέχρι σήμερα στρατηγικής διαχείρισης και η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την επόμενη ημέρα.
Διαπιστώνουμε ότι παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των κτηνιατρικών υπηρεσιών, η επιζωοτία εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα ως προς την πραγματική έκταση και τη δυναμική της σε διάφορες περιοχές της χώρας. Η πρόσφατη μείωση των κρουσμάτων αποτελεί θετική εξέλιξη, η οποία όμως πρέπει να αξιολογείται με προσοχή και να ερμηνεύεται στη βάση αξιόπιστων επιδημιολογικών δεδομένων. Η ακριβής αποτύπωση της επιδημιολογικής εικόνας της επιζωοτίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή λήψη αποφάσεων και τον αποτελεσματικό σχεδιασμό των μέτρων ελέγχου.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, θεωρεί απολύτως αναγκαία την ενεργητική επιδημιολογική επιτήρηση μέσω συστηματικών δειγματοληψιών και εργαστηριακών ελέγχων σε αντιπροσωπευτικό αριθμό εκτροφών σε όλες τις περιοχές της χώρας, ανεξαρτήτως της παρουσίας κλινικών συμπτωμάτων.
Η επιστημονικά τεκμηριωμένη καταγραφή της επιδημιολογικής εικόνας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων που έχουν μέχρι σήμερα εφαρμοστεί, καθώς και τον σχεδιασμό των επόμενων βημάτων για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρούς κινδύνους αποδυνάμωσης των θεμελίων της, καθώς χιλιάδες κτηνοτρόφοι βιώνουν παρατεταμένη οικονομική και επαγγελματική αβεβαιότητα και προβληματίζονται για το μέλλον των εκτροφών τους. Όσο παρατείνεται η σημερινή κατάσταση, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα και χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο επανεκκίνησης της παραγωγής, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οριστικής εγκατάλειψης του επαγγέλματος από σημαντικό αριθμό κτηνοτρόφων.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι μόνο να χαθούν περισσότερα ζώα. Είναι να χαθούν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι. Μπορεί η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου να είναι δύσκολη υπόθεση, αλλά πολύ δυσκολότερη και σε πολλές περιπτώσεις αδύνατη, καθίσταται πλέον η ανασύσταση του ανθρώπινου δυναμικού της ελληνικής κτηνοτροφίας. Η απώλεια ανθρώπινου δυναμικού από τον κλάδο, ιδιαίτερα νέων παραγωγών, συνιστά απειλή με μακροχρόνιες συνέπειες για την ελληνική ύπαιθρο, την παραγωγή τροφίμων και την εθνική οικονομία. Για τον λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη η άμεση εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου ανασύστασης των εκτροφών και επανεκκίνησης της παραγωγικής δραστηριότητας, με σαφή χρονοδιαγράμματα, τεχνική υποστήριξη και επαρκή οικονομική ενίσχυση των κτηνοτρόφων.
Ταυτόχρονα, η πρόσφατη επιζωοτία του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο αποδεικνύει ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με διαρκείς απειλές από σοβαρά μεταδοτικά νοσήματα των παραγωγικών ζώων. Η εξέλιξη αυτή καθιστά επιτακτική την ανάγκη ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού και της ετοιμότητας των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Η εμπειρία από τη διαχείριση της ευλογιάς και οι νέες προκλήσεις που ανακύπτουν από τον αφθώδη πυρετό, αναδεικνύουν την ανάγκη μιας ρεαλιστικής, ευέλικτης και επιστημονικά τεκμηριωμένης προσέγγισης στη διαχείριση των λοιμωδών νοσημάτων των παραγωγικών ζώων. Τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να είναι αποτελεσματικά ως προς τον περιορισμό της διασποράς των νοσημάτων, αλλά ταυτόχρονα εφαρμόσιμα στις πραγματικές συνθήκες των ελληνικών εκτροφών και συμβατά με τη διατήρηση της βιωσιμότητάς τους.
Η παρατεταμένη χρονικά κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κτηνοτροφία με την ευλογιά και τον αφθώδη πυρετό επιβάλλει πλέον την επαναξιολόγηση όλων των διαθέσιμων επιστημονικά τεκμηριωμένων επιλογών για τον έλεγχό τους, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας εφαρμογής οργανωμένων και πλήρως ελεγχόμενων προγραμμάτων εμβολιασμού, όπου αυτά κριθούν αναγκαία. Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι πιθανές επιπτώσεις οποιασδήποτε μελλοντικής στρατηγικής στη διακίνηση και εξαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης και ειδικότερα της φέτας, η οποία αποτελεί εθνικό προϊόν υψηλής προστιθέμενης αξίας και βασικό πυλώνα της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας. Η προστασία του ζωικού κεφαλαίου και η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της φέτας δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Αντιθέτως, απαιτείται συντονισμένη εθνική και ευρωπαϊκή στρατηγική που θα επιτρέπει την επίτευξη και των δύο.
Για τους παραπάνω λόγους, η Συνέλευση του Τμήματος Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου καλεί την Πολιτεία και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να προχωρήσουν στα παρακάτω:
• στην ενίσχυση της ενεργητικής επιδημιολογικής επιτήρησης και της συστηματικής συλλογής και αξιολόγησης δεδομένων για την ευλογιά των αιγοπροβάτων σε εθνικό επίπεδο,
• στην εκπόνηση και δημοσιοποίηση ολοκληρωμένου εθνικού σχεδίου ανασύστασης των εκτροφών που το ζωικό κεφάλαιο θανατώθηκε και επανεκκίνησης της παραγωγικής δραστηριότητας,
• στη θεσμοθέτηση ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ της Πολιτείας, των κτηνοτρόφων, των εκπροσώπων της γαλακτοβιομηχανίας και της επιστημονικής κοινότητας για τον σχεδιασμό της επόμενης ημέρας της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας,
• στην αξιολόγηση όλων των διαθέσιμων επιστημονικά τεκμηριωμένων μέτρων διαχείρισης της ευλογιάς και του αφθώδους πυρετού, με γνώμονα την αποτελεσματικότητα, αλλά και τη βιωσιμότητα των εκτροφών,
• στην ανάληψη πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο για διαβούλευση με αντικείμενο τη διασφάλιση της εμπορικότητας των προϊόντων ζωικής προέλευσης και κυρίως της φέτας.
Το Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου παραμένει στη διάθεση της Πολιτείας και όλων των εμπλεκόμενων φορέων του κτηνοτροφικού οικοσυστήματος για την παροχή επιστημονικής γνώσης και τεκμηρίωσης, με στόχο την αποτελεσματική προστασία της υγείας των ζώων, τη στήριξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και τη διασφάλιση της βιώσιμης ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα».