
«Όταν μιλάμε για έλεγχο στην εργασία, οι περισσότεροι σκεφτόμαστε την επιτήρηση. Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη».
Από αυτή την αφετηρία ξεκίνησε η συζήτηση με την υποψήφια διδακτόρισσα του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Ελένη Πούλου, η οποία συμμετείχε στο Πανελλήνιο Συνέδριο Κοινωνιολογίας που φιλοξενήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, παρουσιάζοντας την έρευνά της με θέμα τα καθεστώτα ελέγχου στην εργασία την περίοδο της κρίσης στην ελληνική ύπαιθρο, μέσα από το παράδειγμα των βιομηχανικών εργατών και των οικιακών εργατριών.
Πρόκειται για μια έρευνα που εξετάζει κυρίως τις εμπειρίες Αλβανών μεταναστών και μεταναστριών, χωρίς όμως να περιορίζεται στη μετανάστευση. Αντίθετα, όπως εξήγησε η ίδια στο ραδιόφωνο του «Ν» 99 FM, χρησιμοποιεί αυτή την ομάδα ως «μεγεθυντικό φακό» για να κατανοήσει μηχανισμούς που αφορούν συνολικά τον σύγχρονο κόσμο της εργασίας.
Από τη Μυτιλήνη στην κοινωνιολογική έρευνα
Η σχέση της Ελένης Πούλου με τη Μυτιλήνη είναι προσωπική και βαθιά. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου από το 2000 έως το 2005, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας του τμήματος, ενώ παράλληλα γνώρισε από κοντά τις πρώτες μεγάλες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές στο νησί.
Η εμπλοκή της τότε με την Πρωτοβουλία για τους Πρόσφυγες και οι εμπειρίες από την Παγανή διαμόρφωσαν τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα γύρω από τη μετανάστευση, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις ανισότητες. Χρόνια αργότερα επέστρεψε στην ακαδημαϊκή έρευνα μέσα από το μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Παντείου για τον κοινωνικό αποκλεισμό και σήμερα συνεχίζει ως υποψήφια διδακτόρισσα.
Η κρίση ως μόνιμη συνθήκη
Η οικονομική κρίση του 2008 αποτέλεσε την αφετηρία της έρευνας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η ίδια, για τους ανθρώπους που μελετά η κρίση δεν αποτελεί μια ιστορική περίοδο με αρχή και τέλος.
Πρόκειται για ανθρώπους που βίωσαν την κατάρρευση του καθεστώτος στην Αλβανία, τη μετανάστευση, την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, την πανδημία και σήμερα τις συνέπειες των διεθνών γεωπολιτικών εξελίξεων.
«Βλέπουμε ανθρώπους που βρίσκονται ουσιαστικά σε μια διαρκή κρίση», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο έλεγχος που δεν φαίνεται
Η έρευνα επιχειρεί να διευρύνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον έλεγχο στην εργασία.
Δεν αφορά μόνο τον εργοδότη που επιβλέπει ή τον προϊστάμενο που αξιολογεί. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ίδια η εργασιακή οργάνωση διαμορφώνει συμπεριφορές, αξίες και αντιλήψεις.
Όπως εξηγεί η ερευνήτρια, η σχετική θεωρητική συζήτηση ξεκινά ήδη από τον Καρλ Μαρξ και την έννοια της αλλοτρίωσης και συνεχίζεται με μεταγενέστερες κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες δείχνουν ότι ο έλεγχος δεν σταματά στην πύλη του εργοστασίου αλλά επεκτείνεται στην οικογένεια, στην κοινότητα και στην καθημερινή ζωή.
Όταν ο εργαζόμενος γίνεται ο ίδιος ο επιτηρητής του
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας αφορά την εσωτερίκευση του ελέγχου.
Στις μικρές βιομηχανίες που μελετά η Ελένη Πούλου, πολλοί εργαζόμενοι περιγράφουν ότι ανοίγουν μόνοι τους το εργοστάσιο, αναλαμβάνουν ευθύνες που υπερβαίνουν τον ρόλο τους και λειτουργούν σαν να είναι οι ίδιοι μικροί εργοδότες.
Δεν πρόκειται για τυπική επιτήρηση.
Ο έλεγχος έχει γίνει πλέον εσωτερική υποχρέωση. Ο εργαζόμενος αυτοπειθαρχεί, αυτοελέγχεται και προσπαθεί συνεχώς να αποδείξει ότι αξίζει τη θέση του.
Η ευγνωμοσύνη ως μηχανισμός εξάρτησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα της έρευνας σχετικά με την ευγνωμοσύνη που αναπτύσσουν αρκετοί μετανάστες απέναντι στους εργοδότες που τους έδωσαν την πρώτη ευκαιρία εργασίας στην Ελλάδα.
Η σχέση αυτή συχνά αποκτά χαρακτηριστικά πατερναλισμού.
Ο εργοδότης αντιμετωπίζεται ως ο άνθρωπος που «έσωσε» την οικογένεια, δημιούργησε προοπτικές και εξασφάλισε την επιβίωση. Η αίσθηση αυτή μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση και πολλές φορές περνά ακόμη και στις επόμενες γενιές των δύο οικογενειών.
Σύμφωνα με την ερευνήτρια, δεν πρόκειται απλώς για προσωπική ευγνωμοσύνη, αλλά για έναν μηχανισμό που συμβάλλει στη σταθεροποίηση των σχέσεων εξουσίας στον χώρο εργασίας.
Η αόρατη εργασία των γυναικών
Εξίσου αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα για τις οικιακές εργάτριες.
Οι περισσότερες εργάζονται χωρίς ουσιαστική ασφαλιστική κάλυψη, με εξαιρετικά χαμηλές αμοιβές, ενώ πολλές αποφεύγουν ακόμη και να ζητήσουν εργόσημο, φοβούμενες ότι θα χάσουν τη δουλειά τους.
Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ιδιαίτερα μετά την πανδημία, τα ημερομίσθια στην ύπαιθρο μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, φτάνοντας –όπως καταγράφει η έρευνα– ακόμη και στα 3,5 έως 4 ευρώ την ώρα.
Δεν καθαρίζουν μόνο σπίτια. Παράγουν φροντίδα
Η έρευνα αποκαλύπτει ακόμη μια διάσταση που συχνά περνά απαρατήρητη.
Οι οικιακές εργάτριες δεν προσφέρουν απλώς καθαριότητα. Μαθαίνουν τις συνήθειες κάθε οικογένειας, οργανώνουν τον χώρο ώστε να διευκολύνουν την καθημερινότητά της, θυμούνται πού βρίσκεται το κάθε αντικείμενο και προσπαθούν να μη διαταράξουν την οικιακή ισορροπία.
Η εργασία τους μετατρέπεται ουσιαστικά σε εργασία φροντίδας, ακόμη κι όταν η ίδια η κοινωνία δεν την αναγνωρίζει ως τέτοια.
Όνειρο τους, να μη ζήσουν τα παιδιά τους τα ίδια
Παρά τις δυσκολίες, τόσο οι βιομηχανικοί εργάτες όσο και οι οικιακές εργάτριες μοιράζονται μια κοινή επιδίωξη: την κοινωνική κινητικότητα των παιδιών τους.
Επενδύουν στις σπουδές, στις ξένες γλώσσες και στις δραστηριότητες, στερώντας πολλές φορές από τον εαυτό τους ακόμη και βασικές ανάγκες.
Εντυπωσιακό είναι ότι πολλές μητέρες επιλέγουν να μη μεταφέρουν ποτέ στα παιδιά τους τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στη δουλειά. Προστατεύουν τα παιδιά από τις ταπεινώσεις, τις πιέσεις και τις προσβολές της καθημερινότητας, επιδιώκοντας εκείνα να ακολουθήσουν μια εντελώς διαφορετική πορεία ζωής.
Μια έρευνα που αφορά όλους
Η ίδια η Ελένη Πούλου θεωρεί ότι η αξία της κοινωνιολογικής έρευνας δεν εξαντλείται στην ακαδημαϊκή γνώση.
Όπως υποστηρίζει, οι μορφές ελέγχου που αναδεικνύονται μέσα από τη ζωή των μεταναστών δεν αφορούν μόνο αυτούς. Αποτελούν πιο έντονες εκφράσεις μηχανισμών που υπάρχουν σε ολόκληρη την αγορά εργασίας.