
Με κεντρικό μήνυμα ότι η κοινωνιολογία οφείλει να βρίσκεται δίπλα στην κοινωνία και όχι αποκομμένη από αυτήν, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου Ιορδάνης Ψημμένος παραχώρησε συνέντευξη στον ενημερωτικό ραδιοφωνικό σταθμό της Λέσβου ΣΤΟ ΝΗΣΙ 99 FM και στον δημοσιογράφο Θράσο Αβραάμ, στο περιθώριο του 10ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Κοινωνιολογίας, που πραγματοποιείται στη Μυτιλήνη.
Ο κ. Ψημμένος χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική τη διοργάνωση του συνεδρίου στη Λέσβο, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά φιλοξενείται εκτός Αθηνών, γεγονός που ενισχύει τη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημιακών και δημιουργεί νέες προοπτικές τόσο στην επιστημονική έρευνα όσο και στη σύνδεση του πανεπιστημίου με τις τοπικές κοινωνίες. Όπως ανέφερε, η παρουσία δεκάδων κοινωνιολόγων από ολόκληρη την Ελλάδα αποτελεί ευκαιρία ανταλλαγής γνώσεων και εμπειριών, αλλά και αφετηρία για νέες συνεργασίες.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον διαχρονικό ρόλο της κοινωνιολογίας, υπενθυμίζοντας ότι γεννήθηκε τον 19ο αιώνα ως απάντηση στις μεγάλες κοινωνικές ανακατατάξεις που προκάλεσε η βιομηχανική ανάπτυξη. Όπως σημείωσε, η αποστολή της δεν περιορίζεται μόνο στην καταγραφή των κοινωνικών προβλημάτων, αλλά επεκτείνεται και στην αναζήτηση προτάσεων και λύσεων που μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο καθηγητής στάθηκε επίσης στον ρόλο του δημόσιου πανεπιστημίου, τονίζοντας ότι δεν αποτελεί απλώς έναν χώρο παραγωγής επιστημονικής γνώσης, αλλά έναν θεσμό που διαμορφώνει προσωπικότητες, καλλιεργεί την κριτική σκέψη, δημιουργεί κοινότητες ανθρώπων της γνώσης και ενισχύει τη σύνδεση της επιστημονικής κοινότητας με την κοινωνία.
Η «μεταναστευτική εργασία» και οι νέες μορφές ανισότητας
Αναφερόμενος στη μεταναστευτική εργασία στην Ελλάδα, ο Ιορδάνης Ψημμένος υποστήριξε ότι από τη δεκαετία του 1990 διαμορφώθηκε μια ιδιαίτερη αγορά εργασίας, στην οποία οι μετανάστες συγκεντρώνονται κυρίως σε συγκεκριμένα επαγγέλματα, όπως η οικιακή φροντίδα, η αγροτική εργασία και οι βοηθητικές εργασίες στις κατασκευές.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι εργασίες, αλλά το γεγονός ότι η εθνικότητα, το φύλο και η κοινωνική τάξη καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις επαγγελματικές δυνατότητες των ανθρώπων. Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, περιορίζει την κοινωνική κινητικότητα και δημιουργεί έναν διαχωρισμό στην αγορά εργασίας που δεν αφορά μόνο τους μετανάστες, αλλά επηρεάζει συνολικά την οργάνωση της κοινωνίας και τελικά και τους γηγενείς εργαζόμενους.
Η κρίση άλλαξε την ελληνική κοινωνία
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο καθηγητής όταν αναφέρθηκε στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης μετά το 2008. Όπως είπε, η κρίση ανέτρεψε τα δεδομένα σε βασικούς τομείς της ζωής, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το στεγαστικό πρόβλημα, την επιστροφή πολλών νέων στα πατρικά τους σπίτια και τη γενικευμένη ανασφάλεια στην εργασία.
Κατά τον ίδιο, η αστάθεια στην απασχόληση αποτελεί σήμερα τον σημαντικότερο παράγοντα παραγωγής κοινωνικών ανισοτήτων, καθώς στερεί από τους ανθρώπους τη δυνατότητα να σχεδιάσουν τη ζωή τους και να αισθανθούν οικονομική και κοινωνική ασφάλεια. Η διαρκής αβεβαιότητα, σημείωσε, οδηγεί σε οικονομική ανασφάλεια αλλά και σε κοινωνική απομόνωση, καθώς οι εργαζόμενοι απομακρύνονται σταδιακά από τις κοινότητες και τα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης.
«Η οικονομία δεν μπορεί να εξετάζεται έξω από την κοινωνία»
Σχολιάζοντας το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, ο κ. Ψημμένος υποστήριξε ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο μέσα από αριθμούς και δείκτες.
Όπως εξήγησε, υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη μεγέθυνση της οικονομίας και στην πραγματική ανάπτυξη. Τα αυξημένα εισοδήματα, είπε, αποκτούν αξία μόνο όταν επιστρέφουν στην κοινωνία, χρηματοδοτούν υποδομές, ενισχύουν τις τοπικές κοινότητες και δημιουργούν σταθερές θέσεις εργασίας.
Για τον λόγο αυτό εκτίμησε ότι η χώρα θα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη μεταποίηση, στις μικρές βιοτεχνίες, στη γεωργία και σε παραγωγικούς τομείς που προσφέρουν μόνιμη απασχόληση, λειτουργώντας ως αντίβαρο στην εποχικότητα του τουρισμού.
Η αστάθεια διέλυσε οικογένειες
Αναφερόμενος σε πρόσφατη έρευνα που πραγματοποίησε στην Αττική, ο καθηγητής περιέγραψε τις σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις της εργασιακής ανασφάλειας.
Όπως αποκάλυψε, η παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα οδήγησε πολλές οικογένειες στη διάλυση, αρκετούς πολίτες στην απώλεια της κατοικίας τους λόγω δανείων, ενώ ολόκληρες περιοχές αποψιλώθηκαν από τον ενεργό εργαζόμενο πληθυσμό, χωρίς να μπορούν πλέον να ανακάμψουν. Ιδιαίτερα ανησυχητικό χαρακτήρισε το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκαν στη χώρα ολοκληρωμένες μελέτες για τις κοινωνικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, παρά τη μεγάλη διάρκειά της.
Τα διδάγματα από τη Βρετανία της Θάτσερ
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο Ιορδάνης Ψημμένος αναφέρθηκε στην περίοδο των σπουδών του στο Ηνωμένο Βασίλειο τη δεκαετία του 1980, όταν η κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ προχωρούσε σε βαθιές αλλαγές στην οικονομία και στις εργασιακές σχέσεις.
Όπως είπε, εκείνη την περίοδο είδε να διαλύονται παραδοσιακές βιομηχανικές κοινότητες μέσα από το κλείσιμο ναυπηγείων, ορυχείων και σιδηροδρόμων, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, αποσύνδεσε την εργασία από την τοπική κοινωνία και την ιστορία της.
Εκτίμησε ότι αρκετές από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν τότε στη Βρετανία εμφανίζουν σήμερα ομοιότητες με τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υποστηρίζοντας ότι το ελληνικό παραγωγικό μοντέλο απομακρύνεται σταδιακά από τη σταθερή παραγωγική απασχόληση προς πιο ευέλικτες και επισφαλείς μορφές εργασίας. Παράλληλα διατύπωσε τις απόψεις του για την ενεργειακή πολιτική της χώρας, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αξιοποιήσει περισσότερο τις δικές της δυνατότητες σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και να επιδιώξει μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία.
«Χρειάζεται συνέχεια στην έρευνα»
Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η χώρα έχει ανάγκη από διαχρονικές κοινωνικές έρευνες που θα παρακολουθούν τις επιπτώσεις των κρίσεων στην εργασία, στην οικογένεια και στις τοπικές κοινωνίες. Όπως είπε, η επιστημονική γνώση αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν εξελίσσεται διαρκώς και αξιοποιείται στη χάραξη δημόσιων πολιτικών, ώστε οι αποφάσεις να βασίζονται σε τεκμηριωμένα δεδομένα και όχι μόνο σε οικονομικούς δείκτες.