
Έντονες ανησυχίες για τις επιπτώσεις της πρόσφατης απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές (ΝΓΤ) εξέφρασε η γεωπόνος Ραλλού Τσίγγου, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό 99 fm Στο Νησί και στην εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά». Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία που αφορά φυτά τα οποία έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση με σύγχρονες τεχνικές επεξεργασίας του DNA και στις αλλαγές που αναμένεται να επηρεάσουν παραγωγούς και καταναλωτές τα επόμενα χρόνια.
Η κ. Τσίγγου υποστήριξε ότι η πρόταση που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν περιλαμβάνει βασικές δικλείδες προστασίας που υπήρχαν στο προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο. Όπως ανέφερε, η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την απουσία υποχρεωτικής σήμανσης των προϊόντων στον τελικό καταναλωτή, καθώς η μοναδική αναφορά θα γίνεται για σήμανση μόνο του σπόρου. Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για το ζήτημα των πατεντών, εκτιμώντας ότι στο μέλλον ενδέχεται να προκύψουν διεκδικήσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και οικονομικές επιβαρύνσεις για τους παραγωγούς.
Η ίδια σημείωσε ότι οργανώσεις όπως ο Αιγίλοπας και η Σιτώ παρακολουθούν το θέμα από το 2023, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τις σχετικές προτάσεις. Σύμφωνα με την κ. Τσίγγου, κατά τη διάρκεια της τριετίας αναπτύχθηκε ένα ευρύ δίκτυο ενημέρωσης και παρεμβάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με στόχο την ανάδειξη των πιθανών κινδύνων αλλά και των επιπτώσεων που μπορεί να έχει η νέα νομοθεσία στη βιοποικιλότητα, στις τοπικές ποικιλίες και στη γεωργική παραγωγή.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην τεχνολογία CRISPR-Cas9, η οποία χρησιμοποιείται για στοχευμένες παρεμβάσεις στο γενετικό υλικό. Όπως υποστήριξε, παρότι η συγκεκριμένη τεχνολογία έχει προσφέρει σημαντικές δυνατότητες στην ιατρική έρευνα, εξακολουθούν να υπάρχουν επιστημονικά ερωτήματα σχετικά με τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της εφαρμογής της στη γεωργία. Η γεωπόνος υπογράμμισε ότι ακόμη και οι ίδιοι οι επιστήμονες που συνέβαλαν στην ανάπτυξη αυτών των τεχνικών έχουν επισημάνει την ανάγκη προσεκτικού ελέγχου και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.
Σύμφωνα με την κ. Τσίγγου, η νέα νομοθεσία διαχωρίζει τα προϊόντα που παράγονται με Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη, που αναμένεται να αποτελέσει τη μεγάλη πλειονότητα των νέων προϊόντων, θα υπόκειται σε ιδιαίτερα περιορισμένες απαιτήσεις ελέγχου και δεν θα φέρει ειδική σήμανση. Αντίθετα, η δεύτερη κατηγορία θα εξακολουθήσει να υπόκειται σε αυστηρότερες διαδικασίες αξιολόγησης. Η ίδια εκτίμησε ότι αυτό δημιουργεί κενά στην ενημέρωση του καταναλωτή και δυσκολίες στην ιχνηλασιμότητα των προϊόντων.
Η γεωπόνος υποστήριξε ακόμη ότι η Ελλάδα χάνει σημαντικό μέρος της δυνατότητας να διατηρήσει ειδικό καθεστώς προστασίας έναντι των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών, όπως συνέβαινε στο παρελθόν σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, έκανε λόγο για πιθανή απώλεια ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων ελληνικών αγροτικών προϊόντων που μέχρι σήμερα προβάλλονταν ως μη γενετικά τροποποιημένα. Ως παράδειγμα ανέφερε το ελληνικό βαμβάκι, το οποίο κατά το παρελθόν είχε αξιοποιήσει εμπορικά αυτό το χαρακτηριστικό.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τέθηκε και το ερώτημα κατά πόσο οι νέες τεχνικές μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η ξηρασία, η κλιματική αλλαγή ή η αύξηση της αγροτικής παραγωγικότητας. Η κ. Τσίγγου υποστήριξε ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι οι συγκεκριμένες τεχνολογίες λύνουν οριστικά τέτοια προβλήματα, ενώ επισήμανε ότι πολλές παραδοσιακές ποικιλίες διαθέτουν ήδη χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας που μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω της συμβατικής βελτίωσης των φυτών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε επίσης στην προστασία της βιολογικής γεωργίας. Όπως ανέφερε, η πιθανότητα επιμόλυνσης βιολογικών καλλιεργειών από γειτονικές εκτάσεις όπου θα καλλιεργούνται φυτά που έχουν παραχθεί με Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που θα απασχολήσουν το επόμενο διάστημα τόσο τις οργανώσεις παραγωγών όσο και τις εθνικές αρχές. Μάλιστα εκτίμησε ότι η νησιωτικότητα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως επιχείρημα για τη λήψη ειδικών μέτρων προστασίας σε περιοχές όπως τα νησιά του Αιγαίου.
Κλείνοντας, η κ. Τσίγγου ανέφερε ότι οι οργανώσεις που αντιδρούν στη νέα ευρωπαϊκή ρύθμιση εξετάζουν τις επόμενες κινήσεις τους, τόσο σε πολιτικό όσο και σε νομικό επίπεδο, ενώ δεν απέκλεισε την προσφυγή σε ευρωπαϊκά δικαστήρια από κράτη ή φορείς που θεωρούν ότι η νέα νομοθεσία δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία της παραγωγής, της βιοποικιλότητας και των δικαιωμάτων των καταναλωτών.