
«Τα μάτια της έλαμπαν σαν να ’χαν μέσα τους φυλαγμένο τον ήλιο».
(Από τη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια»)
Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933), το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Στράτη Μυριβήλη (μαζί με το «Η Ζωή εν Τάφω» και «Η Παναγιά η Γοργόνα»), συνεχίζει στο πρώτο μέρος το κλίμα της συγκλονιστικής Ζωής εν Τάφω. Εδώ εκτίθενται εφιαλτικές μνήμες από τα συμβάντα σε νοσοκομείο των μετόπισθεν. Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος διαδραματιζεται στη Λέσβο : ένα δοξαστικό της ειρηνικής ζωής με κορυφαία πράξη τον έρωτα.
Ο επιζήσας πολεμιστής Λεωνής Δρίβας επιστρέφοντας από το μέτωπο της Μικράς Ασίας στο νησί του, τη Λέσβο, διψά για τη ζωή που του στέρησε ο πόλεμος. Θέλει να ανοίξει «ένα καινούργιο βιβλίο με μεγάλα αθώα κατεβατά, ολόασπρα σαν άγγελοι, χωρίς λεκέδες, χωρίς δαχτυλιές από αίμα ανθρώπινο».
Η ωραία δασκάλα Σαπφώ - χήρα του νεκρού επιστήθιου φίλου και συμπολεμιστή Στρατή Βρανά- με τα χρυσά μάτια (τα «χρυσά μάτια» της συμβολίζουν τη λάμψη, την καλοσύνη, μια εσωτερική δύναμη ,πνευματική ομορφιά) είναι ο καταλύτης για τη σταδιακή εκδήλωση σφοδρής ερωτικής επιθυμίας και αγάπης εκ μέρους του Λεωνή. Συχνά περιγράφονται οι σωματικές αρετές της δασκάλας: «ήταν ένα σκαρί γερό και συνάμα τρισχαριτωμένο, που θύμιζε το κινητικό θάμα των αιλουροειδών.» - «ένα φαρί αντάρτικο και περήφανο.» Σιγά-σιγά η Σαπφώ δεσπόζει κυριαρχικά στις ονειροπολήσεις του: «Μια Σαλώμη ολόγυμνη... ντυμένη μονάχα τον ήλιο. Γυμνή, ωραία και επικίνδυνη, όπως ένα γυμνό σπαθί.»
Η ερωτική επιθυμία δονεί ακαταμάχητα την ύπαρξή του , όπως αποδίδεται με τους στίχους της Σαπφούς που παραθέτει ο Μυριβήλης:
Ἔρος δ᾽ ἐτίναξέ μοι φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων. (Ο έρωτας μου συντάραξε το νου όπως ορμητικά πέφτει ο άνεμος στις βαλανιδιές του βουνού).
Η μυστική παπαρούνα έξω απ’ τ’αμπρί που ξέρουμε απ’ τη Ζωή εν Τάφω, το άγγιγμα της ελπίδας, σύμβολο της ζωής μέσα και πάνω απ’ το θάνατο, έχει μεταμορφωθεί εδώ σε γυναικεία, θελκτική ερωτική παρουσία: «Ήταν η πρώτη φορά που άνοιγε ο έρωτας το φλογερό του λουλούδι μπροστά στα έκθαμβα μάτια του.»
Μετά από πολλούς ενδοιασμούς, ενοχές, παλινδρομήσεις και αμφιταλαντεύσεις, ο Λεωνής σμίγει ερωτικά μαζί της, όταν σε μια τελευταία εκδρομή αποχαιρετισμού, βρίσκονται μόνοι σε απόκρημνη ρεματιά. Κανένας απαγορευτικός κώδικας, κανένας φραγμός δεν μπορεί να καταλύσει την πανίσχυρη ερωτική ορμή.
«Νιώθει στο πρόσωπο τη γλυκιά ζεστασιά των στέρεων κόρφων... δεν την άφησε. Την έσφιξε στην αγκαλιά του σαν λάφυρο... την έκαμε δική του μ' έναν τρόπο βίαιο σχεδόν εχτρικό», ενώ εκείνη «σφίχτηκε πάνω του με όλη της την ύπαρξη».
Εδώ τελειώνει το μυθιστόρημα.
Στη «Δασκάλα με τα Χρυσά Μάτια», ο Μυριβήλης μεταβαίνει από τη βαρβαρότητα του πολέμου στα αγαθά του ειρηνικού βίου• από το σκότος στο φως, που περιέχει πάντα απ’ την άλλη πλευρά και το μαύρο. Προβάλλει την ψυχική περιπέτεια του μεταπολεμικού ανθρώπου, που επιθυμεί να απαλλαγεί από τις εφιαλτικές μνήμες και τη σκιά του θανάτου.
Αυτός που περιέγραψε με συγκλονιστικές σελίδες τη φρίκη του πολέμου, έρχεται εδώ να υμνήσει με πάθος την ομορφιά, το θάμβος της φύσης, την αξία της δημιουργίας - δεν είναι τυχαίο που ο κεντρικός ήρωας, ο Λεωνής, είναι ζωγράφος - και προ παντός τον έρωτα τον κραταιό, αντίποδα του θανάτου, ως παντοδύναμο ένστικτο ζωής.
Ακριβώς επειδή έζησε τη φρίκη και τον ανεμοστρόβιλο του πολέμου κι ήρθε πολύ κοντά στο θάνατο, έμαθε το πόσο η ζωή αξίζει. Η τυραννική ιδέα του θανάτου τον οδήγησε - όπως οδηγεί κάθε άνθρωπο με ανάλογα βιώματα- στην απόφαση για ερωτική κάρπωση της ζωής, όπως χαρακτηριστικά τονίζεται στο απόσπασμα από το δικό του «Τραγούδι της Ζωής»:
«Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματική αξία της ζωής. Όμως τώρα κι εμπρός τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. Έγινα ο τσιγκούνης πού την ξοδεύει μια μια πεντάρα... Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σ' απολάψω, Ζωή.»