
Σε υψηλούς τόνους εξελίχθηκε η συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου για τον αφθώδη πυρετό, με τη συζήτηση να μην περιορίζεται μόνο στην πορεία της ζωονόσου και στις δραματικές επιπτώσεις στην κτηνοτροφία της Λέσβου, αλλά να επεκτείνεται και στις μηνύσεις που έχει καταθέσει ο προϊστάμενος της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Λέσβου Στρατής Τσομπανέλλης κατά κτηνοτρόφων και δημοσιογράφων του «Ν».
Το θέμα έθεσε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο η επικεφαλής της Λαϊκής Συσπείρωσης Αγλαΐα Κυρίτση, η οποία ζήτησε ευθέως απαντήσεις για τις συγκεκριμένες ενέργειες. Όπως ανέφερε, οι μηνύσεις στρέφονται απέναντι σε ανθρώπους που «ματώνουν όλο αυτό το χρονικό διάστημα», βλέποντας τα κοπάδια τους να ξεκληρίζονται και το εισόδημά τους να καταρρέει.
Η ίδια έκανε ειδική αναφορά και στη μήνυση κατά του «Ν», σημειώνοντας ότι το τοπικό μέσο ενημέρωσης έκανε αυτό που επιβάλλει η δημοσιογραφική δεοντολογία, μεταδίδοντας ζωντανά την οργή, τη θλίψη και την αγανάκτηση των κτηνοτρόφων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η επικεφαλής της παράταξης «Αλλαγή Πορείας για τα νησιά μας» Βάσω Χοχλάκα, η οποία ξεκαθάρισε ότι η παράταξή της καταδικάζει τις μηνύσεις τόσο απέναντι στους κτηνοτρόφους όσο και απέναντι στους δημοσιογράφους. Όπως τόνισε, οι παραγωγοί βρίσκονται σε απόγνωση και δίνουν μάχη για την επιβίωσή τους, ενώ οι δημοσιογράφοι έκαναν τη δουλειά τους καλύπτοντας τα γεγονότα.
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν και η τοποθέτηση του επικεφαλής της αντιπολίτευσης Θεόδωρου Βαλσαμίδη, ο οποίος αναφέρθηκε στην τεράστια πίεση που βιώνουν τόσο οι υπηρεσίες όσο και οι κτηνοτρόφοι. Υπογράμμισε ότι ολόκληρα χωριά της Λέσβου στηρίζονται αποκλειστικά στην κτηνοτροφία και προειδοποίησε για τις κοινωνικές συνέπειες μιας συνολικής κατάρρευσης του κλάδου.
«Όσα χωριά έχουν αυτή τη στιγμή μικρά παιδιά στα σχολεία τους είναι μόνο τα κτηνοτροφικά χωριά. Αν καταρρεύσει αυτό, τελειώσαμε», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παράλληλα, ζήτησε ανοιχτά από τον Στρατή Τσομπανέλλη να αποσύρει τις μηνύσεις, σημειώνοντας ότι «με μηνύσεις δεν λύνονται τα προβλήματα».
Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο Στρατής Τσομπανέλλης επιχείρησε δύο φορές να απαντήσει στις αναφορές που έγιναν σχετικά με τις μηνύσεις, ιδιαίτερα μετά την τοποθέτηση του Θεόδωρου Βαλσαμίδη.Ωστόσο, ο πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Νίκος Μάρκου έδειξε ότι δεν επιθυμούσε να επεκταθεί περαιτέρω η συζήτηση στο συγκεκριμένο θέμα, παρεμβαίνοντας ώστε να επαναφέρει τη συνεδρίαση στην κύρια ατζέντα της.
Όπως ανέφερε, το ζήτημα των μηνύσεων αποτελεί προσωπική υπόθεση και δεν θα έπρεπε να μονοπωλήσει τη διαδικασία, ζητώντας η συζήτηση να επιστρέψει στα κρίσιμα ζητήματα της διαχείρισης του αφθώδους πυρετού και των επιπτώσεών του στην κτηνοτροφία της Λέσβου.
Από την πλευρά του, ο περιφερειακός σύμβουλος Κώστας Αστυρακάκης ξεκαθάρισε ότι δεν πρέπει να ταυτίζεται η προσωπική επιλογή ενός εργαζόμενου με τη στάση της Περιφερειακής Αρχής. Τόνισε ότι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη αποτελεί ατομικό δικαίωμα, ενώ υπογράμμισε πως η Περιφερειακή Αρχή έχει καταβάλει σημαντική προσπάθεια στη διαχείριση της κρίσης. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο ίδιος διαφωνεί προσωπικά με την επιλογή του Στρατή Τσομπανέλλη να κινηθεί νομικά.
Η Αντιπεριφερειάρχης Πρωτογενούς Τομέα Αναστασία Αντωνέλλη επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους, καλώντας όλες τις πλευρές να παραμείνουν ψύχραιμες. Όπως ανέφερε, το Περιφερειακό Συμβούλιο δεν μπορεί να λειτουργεί ως «λαϊκό δικαστήριο», ενώ ξεκαθάρισε ότι η Περιφερειακή Αρχή δεν έχει προχωρήσει σε καμία μήνυση.
Υποστήριξε ότι η απόφαση του Στρατή Τσομπανέλλη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη αποτελεί προσωπική του υπόθεση και σημείωσε πως η Περιφέρεια δεν μπορεί να επιβάλει σε εργαζόμενους τον τρόπο με τον οποίο θα κινηθούν εκτός των υπηρεσιακών τους καθηκόντων.Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η δημοσιογραφική κριτική είναι απαραίτητη απέναντι στους αιρετούς, αρκεί, όπως είπε, να μην διακινούνται ψευδείς πληροφορίες και να μην στοχοποιούνται πρόσωπα.
Με το δεδομένο ότι ο Περιφερειάρχης Κώστας Μουτζούρης απουσίαζε από τη συνεδρίαση κληθείς να σχολιάσει την μήνυση του Διευθυντή της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας σημείωσε ότι «Τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά, υπάρχουν για να ενημερώνουν και ελέγχουν με αυστηρότητα, νομιμότητα και αντικειμενικότητα κάθε είδους αρχή και εξουσία. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν με αρτιότητα, εαν επικρέμαται επάνω τους η δαμόκλειος σπάθη νομικών και δικαστικών συνεπειών χωρίς επαρκή και άρτια αιτιολόγηση από τους ελεγχόμενους.Η κάθε είδους Αρχή οφείλει να αποδέχεται κάθε είδους έλεγχο».
Προκαλεί εύλογα ερωτήματα η τοποθέτηση του περιφερειακού συμβούλου Κώστα Αστυρακάκη και της Αντιπεριφερειάρχη Πρωτογενούς Τομέα Αναστασίας Αντωνέλλη, οι οποίοι χαρακτήρισαν τη μήνυση του Στρατή Τσομπανέλλη ως «προσωπική υπόθεση».
Και αυτό γιατί στο ίδιο το έγγραφο της μήνυσης ο κ. Τσομπανέλλης εμφανίζεται με την υπηρεσιακή του ιδιότητα ως «Διευθυντής της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Μυτιλήνης».Πώς μπορεί λοιπόν να παρουσιάζεται ως αμιγώς προσωπική ενέργεια μια μήνυση στην οποία γίνεται σαφής επίκληση της θεσμικής του ιδιότητας;
Παράλληλα, γιατί τόσο ο κ. Αστυρακάκης όσο και η κ. Αντωνέλλη απέφυγαν να τοποθετηθούν ξεκάθαρα για το αν καταδικάζουν ή όχι την προσπάθεια ποινικής δίωξης τεσσάρων κτηνοτρόφων αλλά και δημοσιογράφων του «Ν»;
Γιατί δημοσιογράφοι καλούνται να δώσουν εξηγήσεις επειδή μετέδωσαν σε ζωντανή μετάδοση δηλώσεις κτηνοτρόφων, οι οποίοι εξέφραζαν δημόσια παράπονα και καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι έλεγχοι κατά την περίοδο της επιζωοτίας του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο;
Πώς εξηγείται το γεγονός ότι στη μηνυτήρια αναφορά γίνεται αναφορά στην ευλογιά και όχι στον αφθώδη πυρετό, δημιουργώντας πρόσθετα ερωτήματα για το περιεχόμενό της;
Από πότε η μεταφορά δηλώσεων πολιτών και ο έλεγχος πράξεων δημόσιων λειτουργών παύουν να αποτελούν βασική αποστολή της δημοσιογραφίας και θεμελιώδη πυλώνα της δημοκρατίας;
Μπορεί η ποινική δικαιοσύνη να χρησιμοποιείται ως εργαλείο πίεσης απέναντι σε δημοσιογραφικό υλικό που περιλαμβάνει κριτική ή καταγγελίες πολιτών;
Οι δημόσιοι λειτουργοί δεν οφείλουν να απαντούν στην κριτική με στοιχεία, διαφάνεια και δημόσιο λόγο αντί με προσφυγές στα αστυνομικά τμήματα;
Και τελικά, επιχειρείται η δημιουργία ενός κλίματος φόβου όπου οι δημοσιογράφοι θα σκέφτονται πλέον αν η μετάδοση μιας δημόσιας καταγγελίας μπορεί να τους οδηγήσει στο εδώλιο του κατηγορουμένου;