
Η επιζωοτία του αφθώδους πυρετού οδηγεί σε οικονομική κρίση μείζονος σημασίας το νησί της Λέσβου. Οι κτηνοτρόφοι που έχουν μείνει χωρίς εισόδημα είναι οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της κρίσης, αλλά δεν είναι οι μόνοι. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις τυροκομείων που έχουν κλείσει και έχουν προχωρήσει σε απολύσεις του προσωπικού τους. Εργαζόμενοι σε μεταφορικές εταιρείες της Λέσβου αναφέρουν πως έχουν γίνει περικοπές στις ημέρες εργασίας, καθώς μειώθηκε το μεταφορικό έργο των επιχειρήσεων στις οποίες απασχολούνταν. Παράλληλα, στον αέρα βρίσκονται οι εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις και τους συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται στην εμπορία ζωοτροφών στο νησί. Διότι, από τη στιγμή που οι κτηνοτρόφοι έχουν μείνει χωρίς εισόδημα, δεν μπορούν να πληρώσουν τις ζωοτροφές που έχουν αγοράσει και αυτό είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει τις επόμενες ημέρες στην αναστολή λειτουργίας των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται.
Λουκέτα και απώλειες στην αλυσίδα παραγωγής
Στην ίδια κατάσταση βρίσκονται τα σφαγεία και οι επιχειρήσεις εμπορίας κρέατος που δραστηριοποιούνται στη Λέσβο, καθώς εδώ και ένα μήνα έχει σταματήσει η λειτουργία τους. Επίσης, τα αρνιά και τα κατσίκια που δεν σφάχτηκαν τις ημέρες του Πάσχα και συνεχίζουν να βρίσκονται στα μαντριά, εξακολουθούν να καταναλώνουν ζωοτροφές. Αυτή είναι μια πρόσθετη δαπάνη που επιβαρύνει κτηνοτρόφους και εμπόρους κρέατος, στις περιπτώσεις που οι έμποροι είχαν προαγοράσει τα ζώα από τους παραγωγούς. Αν μάλιστα δεν ανοίξουν άμεσα τα σφαγεία, τότε πολλά ζώα θα αναπτύξουν διαφόρων τύπων ασθένειες, όπως φυματίωση, και θα πεθάνουν. Όσα ζώα επιζήσουν θα μεγαλώσουν αρκετά, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να πουληθούν σε τιμές που ίσχυαν πριν το Πάσχα.
Η απώλεια εσόδων για τους κτηνοτρόφους από τη μη διάθεση περίπου 70.000 αρνιών στα σφαγεία εκτιμάται στα 7 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, η απώλεια για το ΑΕΠ του νησιού είναι σημαντικά μεγαλύτερη, καθώς το μεγαλύτερο μέρος αυτών των σφαγίων θα προωθούνταν στις αγορές της Ιταλίας και της Ισπανίας κατά τη διάρκεια του καθολικού Πάσχα, αλλά και στην αγορά της Αθήνας κατά την περίοδο του ορθόδοξου Πάσχα.
Χιλιάδες τόνοι γάλακτος καταστρέφονται
Το κλείσιμο των τυροκομείων του νησιού σημαίνει πως, σε καθημερινή βάση, 250 τόνοι γάλακτος πετιούνται ή καταστρέφονται. Σήμερα, 16 Απριλίου, που γράφονταν αυτές οι γραμμές, εκατοντάδες τόνοι γάλακτος βρίσκονταν σε παγολεκάνες κτηνοτρόφων, παραληπτηρίων γάλακτος και βυτιοφόρων φορτηγών. Πρόκειται για γάλα που έχει ήδη ξινίσει.
Η αξία του γάλακτος που παράγεται στη Λέσβο ανέρχεται περίπου στα 355.000 ευρώ ανά ημέρα και υπολογίστηκε με τιμή 1,47 ευρώ για το πρόβειο γάλα και 0,88 ευρώ για το κατσικίσιο γάλα, σύμφωνα με τις μέσες τιμές του ΕΛΓΟ Δήμητρα. Δηλαδή, οι περίπου 2.600 κτηνοτρόφοι της Λέσβου, από τη μη πώληση του γάλακτος, μέσα σε ένα μήνα χάνουν 10,65 εκατομμύρια ευρώ.
Από τους 250 τόνους ημερήσιας παραγωγής γάλακτος παράγονται 62,5 τόνοι φέτας. Με τιμή χονδρικής πώλησης από 6,5 έως 7,0 ευρώ ανά κιλό, τα έσοδα που χάνουν οι τυροκομικές μονάδες κυμαίνονται από 406.250 έως 437.500 ευρώ σε ημερήσια βάση ή από 12,2 έως 13,1 εκατομμύρια ευρώ ανά μήνα.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία
Στις παραπάνω απώλειες εσόδων δεν υπολογίζονται οι επιπτώσεις από τη μείωση της δραστηριότητας των επιχειρήσεων εμπορίας ζωοτροφών, καθώς και των μεταφορέων ζωοτροφών, σφαγείων, τυριών και γαλακτοκομικών προϊόντων. Επίσης, μέχρι σήμερα ανυπολόγιστο παραμένει το κόστος από την απώλεια ζωικού κεφαλαίου, δηλαδή η αξία των ζώων που έχουν θανατωθεί.
Η κτηνοτροφία για την ύπαιθρο της Λέσβου αποτελεί την κύρια πλουτοπαραγωγική πηγή εδώ και δύο δεκαετίες. Αυτό σημαίνει πως σε πολλά χωριά του νησιού ο πληθυσμός διατηρείται χάρη στην κτηνοτροφική παραγωγή, ενώ η ελαιοκομία έχει εξελιχθεί σε συμπληρωματική δραστηριότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως πολλοί συνεταιρισμοί που εμφανίζονται ως ελαιοπαραγωγικοί, στην πράξη δραστηριοποιούνται κυρίως στην εμπορία ζωοτροφών.
Δίπλα σε αυτές τις δραστηριότητες αναπτύσσονται κρεοπωλεία, παντοπωλεία, οπωροπωλεία, κομμωτήρια, ταβέρνες, συνεργεία αυτοκινήτων και άλλα καταστήματα, τα οποία εξαρτώνται άμεσα από τη λειτουργία του πρωτογενούς τομέα.
Ο μαρασμός της κτηνοτροφίας στο νησί θα έχει πολλαπλασιαστική επίδραση στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Λέσβου. Ακόμη και τα εμπορικά καταστήματα της Μυτιλήνης θα βιώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις από τη συρρίκνωση του κλάδου.
Αν επιχειρηθεί μια συνολική αποτίμηση, οι απώλειες για την τοπική οικονομία εκτιμάται πως ανέρχονται σε αρκετές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, με τις εκτιμήσεις που περιορίζουν το κόστος στα 30 εκατομμύρια ευρώ να θεωρούνται ιδιαίτερα συντηρητικές.