
Πόσες φορές έχουμε ακούσει – ή πει- αυτή τη φράση στην καθημερινότητα; Συνήθως την εκφράζουμε αστειευόμενες, χωρίς να συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Η κατάθλιψη όμως δεν είναι απλώς στενοχώρια. Μπορεί να είναι μια βαθιά, επίμονη θλίψη η οποία μου στερεί το ενδιαφέρον για πράγματα που αγαπώ για πολλές μέρες, μου χαλάει τον ύπνο ή με κάνει να μη σηκώνομαι από το κρεβάτι, μου κόβει την όρεξη ή με ωθεί να τρώω συνεχώς. Συχνά με γεμίζει ενοχές και έγνοιες που βαραίνουν το μυαλό μου και επανέρχονται χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα για να ξεφύγω από αυτές, χωρίς να μπορώ να συγκεντρωθώ και να πάρω αποφάσεις για τη ζωή μου. Και μπορεί να εμφανιστεί μια φορά στη ζωή μου ή να επανέρχεται, κάθε φορά με διαφορετική ένταση (APA,2022).
Η κατάθλιψη είναι μια σύνθετη διαταραχή που στον κάθε άνθρωπο εκδηλώνεται διαφορετικά . Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες –από την εφηβεία και πέρα- έχουν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη σε σχέση με τους άνδρες. Πού οφείλεται αυτό; Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, αλλά διακρίνουμε ορισμένους σημαντικούς παράγοντες (Νemeroff, 2020).
Υπάρχουν σίγουρα βιολογικοί παράγοντες, όπως οι ορμονικές αλλαγές στη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας – εφηβεία, εγκυμοσύνη, λοχεία, εμμηνόπαυση- που επηρεάζουν την ψυχική υγεία. Όλες μας λίγο ή περισσότερο γνωρίζουμε για την επιλόχειο κατάθλιψη που επηρεάζει το 10-15% των γυναικών μετά τον τοκετό. Υπάρχει επίσης η γονιδιακή προδιάθεση που παρατηρείται περίπου σε έναν στους τρεις ανθρώπους με κατάθλιψη.
Φυσικά οι βιολογικοί παράγοντες δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Είναι και τα γεγονότα της ζωής που μπορούν να αλληλεπιδράσουν με αυτούς ή να πυροδοτήσουν από μόνα τους ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Ιδιαίτερα οι τραυματικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία – ή και αργότερα- έχουν μεγάλη βαρύτητα: ενδοοικογενειακή βία, σεξουαλική ή σωματική κακοποίηση, γονική παραμέληση έχουν αποδειχτεί καθοριστικές. Και μάντεψε! Οι γυναίκες έχουν υψηλότερα ποσοστά έκθεσης σε όλες τις παραπάνω μορφές βίας, αλλά και στην κοινωνική ανισότητα, που επίσης συνδέεται με την κατάθλιψη (Seedat et al., 2009).
Ακόμα, οι πολλαπλοί ρόλοι που αναλαμβάνουν οι γυναίκες καθημερινά- η δουλειά τους, το ότι οι περισσότερες είναι οι κύριες φροντίστριες των παιδιών τους, του σπιτιού, των ηλικιωμένων της οικογένειας- συγκροτούν αυτό που ονομάζεται «αόρατη εργασία». Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνεται το χρόνιο στρες και η εξουθένωση στην καθημερινότητα, να εσωτερικεύονται συναισθήματα θυμού που δεν μπορούν εύκολα να εκφραστούν και να δημιουργούνται ενοχές ή αίσθηση ανημποριάς, στοιχεία που σε κάποια περίοδο πίεσης μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο ενός καταθλιπτικού επεισοδίου. Το καταθλιπτικό επεισόδιο εδώ όμως είναι και ένα όριο. Κάτι μέσα μου φωνάζει ότι δεν αντέχω άλλο, έχω ξεπεράσει τα όριά μου! Και το σύστημα πια δεν ανταποκρίνεται, πρέπει κάτι ν’ αλλάξει.
Παρά τη σοβαρότητά της η κατάθλιψη είναι σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπίσιμη. Η έγκαιρή παρέμβαση με ψυχοθεραπεία ή/και φαρμακοθεραπεία μπορεί να φέρει σημαντική ανακούφιση. Το κρίσιμο είναι να μην κλείνουμε τη δυσκολία μέσα μας. Να κάνουμε αλλαγές στη ζωή μας που θα μας βοηθήσουν να τη ζήσουμε καλύτερα. Έτσι η κατάθλιψη αποκτά και μια χρησιμότητα.
Το βάρος της αλλαγής όμως δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να πέφτει μόνο στο άτομο. Η Πολιτεία οφείλει να δημιουργεί συνθήκες που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής, να στηρίζει και να καλλιεργεί την ισότητα σε όλα τα περιβάλλοντα. Είναι σημαντικό όμως και εμείς οι γυναίκες να ενδυναμώνουμε όσο μπορούμε περισσότερο τις εαυτές μας.
Είναι απαραίτητο να δουλέψουμε γύρω από την αντίληψη του ποιες είμαστε, να σκεφτούμε τις ανάγκες μας, τα όρια που χρειάζεται να βάζουμε στους άλλους, τις επιθυμίες και τις προκαταλήψεις μας.
Η δουλειά αυτή –που σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται να γίνει με την υποστήριξη ειδικού ψυχικής υγείας- μπορεί να μας οδηγήσει στην αποδοχή του εαυτού μας που δεν μπορεί να τα κάνει όλα μαζί ή όλα τέλεια. Και αυτό είναι εντάξει για τις γυναίκες όπως είναι και για όλα τα φύλα. Δεν μας καθιστά λιγότερο ικανές, αλλά πιο ανθρώπινες. Τέλος το μοίρασμα τέτοιων εμπειριών μέσα σε ομάδες ή κοινότητες γυναικών μπορεί να γίνει πηγή δύναμης. Εκεί που μιλάμε και μας ακούνε, καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε μόνες μας.
Μαθαίνουμε καλές πρακτικές και ενδυναμώνουμε η μια την άλλη. Έτσι μετατρέπουμε την προσωπική δυσκολία σε συλλογική φωνή και διεκδίκηση για μια ζωή με περισσότερη αυτοφροντίδα και καλή ψυχική υγεία. Με τον τρόπο αυτόν μπορούμε να διεκδικούμε δικαιώματα που μπορεί να θεωρούνται δεδομένα στην εποχή μας, αλλά στην πράξη δεν είναι για πολλές από εμάς.
Κατερίνα Ευσταθίου-Σελάχα, Ψυχολόγος