
Ανακοινώθηκαν τα ονόματα των εννέα επιχειρηματικών σχημάτων που θέλουν να αποκτήσουν την εταιρεία Ελληνικές Αλυκές Α.Ε., η οποία ελέγχει τις αλυκές Καλλονής και Πολιχνίτου, στο πλαίσιο του διεθνούς διαγωνισμού που «τρέχει» το Υπερταμείο.
Η διαδικασία βρίσκεται πλέον στη φάση αξιολόγησης των φακέλων εκδήλωσης ενδιαφέροντος και όσοι υποψήφιοι πληρούν τα κριτήρια προεπιλογής θα περάσουν στη Β΄ φάση, όπου θα κληθούν να καταθέσουν δεσμευτικές οικονομικές προσφορές. Κριτήριο κατακύρωσης θα είναι η πλέον συμφέρουσα οικονομική πρόταση, όπως θα εξειδικευτεί στους όρους της επόμενης φάσης.
Το ενδιαφέρον προέρχεται τόσο από εγχώριους όσο και από διεθνείς παίκτες του κλάδου. Συγκεκριμένα, εκδήλωσαν ενδιαφέρον τα εξής επενδυτικά σχήματα:
Η Ένωση Εταιρειών Μ.Π. Θεοδώρου Βιομηχανία Άλατος και ΣΙΑ Ltd σε συνεργασία με τη σουηδική Salinity Group AB
Η Κ.Ε. Καλαμαράκης ΑΒΕΕ – Κάλας ΑΕ
Η κοινοπραξία Βάρνας Ιωάννης ΑΕ Εμπορική Εταιρεία Ποτών με τη Μανωλακούδης ΑΕ
Η κοινοπραξία Πιτσιάς ΑΕ με την Κωνσταντόπουλος ΑΕ
Η κοινοπραξία SIF με την Artemar
Η κοινοπραξία Unisel SAS με τη ΧΙΩΝ ΑΕ
Η Mantis Trading AE
Η Meccanica Group AE
Η SOSALT S.p.A.
Το «Ν» με εκτενές ρεπορτάζ τον περασμένο Δεκέμβριο είχε παρουσιάσει πώς ξεκίνησε η διαδικασία πώλησης του πλειοψηφικού πακέτου της εταιρείας Ελληνικές Αλυκές Α.Ε., η οποία διαθέτει την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση οκτώ αλυκών βιομηχανικού μεγέθους σε όλη τη χώρα, με συνολική ετήσια δυναμικότητα άνω των 200.000 τόνων. Κατέχει ηγετική θέση στην εγχώρια αγορά φυσικού αλατιού και συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους παραγωγούς στη Μεσόγειο.
Για τη Λέσβο, η υπόθεση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας περιλαμβάνονται οι αλυκές Καλλονής και Πολιχνίτου, εγκαταστάσεις με διαχρονικό παραγωγικό και περιβαλλοντικό αποτύπωμα για το νησί.
Υπενθυμίζεται ότι το Υπερταμείο κατέχει το 80% των μετοχών της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο 20% ανήκει στους δήμους, στα διοικητικά όρια των οποίων λειτουργούν οι αλυκές, με τον Δήμο Δυτικής Λέσβου να διαθέτει ποσοστό 3,13%. Τα μεγαλύτερα ποσοστά κατέχουν οι δήμοι Μεσολογγίου, Πύδνας – Κολινδρού και Δυτικής Λέσβου.
Σύμφωνα με τη διατύπωση του Υπερταμείου, η είσοδος στρατηγικού επενδυτή αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην αναβάθμιση των υποδομών και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των φυσικών πόρων, με στόχο τη μετάβαση της εταιρείας σε έναν ισχυρό ευρωπαϊκό παίκτη στον κλάδο του φυσικού αλατιού. Για τη Λέσβο, ωστόσο, το διακύβευμα δεν περιορίζεται μόνο στο οικονομικό τίμημα, αλλά αφορά άμεσα την αναπτυξιακή πορεία, την απασχόληση και τη διαχείριση ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου οικοσυστήματος που συνδέεται άρρηκτα με τις αλυκές του νησιού.