
Στην Άργενο, το χωριό της Δυτικής Λέσβου που «κρατιέται» ακόμα πεισματικά ζωντανό, η κουβέντα με τους ανθρώπους ξεκινά σχεδόν πάντα από τα ίδια: τον δρόμο, το σχολείο, το νερό, τον γιατρό. Και όσο ανεβαίνεις στις γειτονιές, τόσο καταλαβαίνεις ότι εδώ η καθημερινότητα είναι διαρκής οργάνωση επιβίωσης.
Η Άργενος, κοινότητa του Δήμου Δυτικής Λέσβου, με πληθυσμό 159 κατοίκους στην απογραφή του 2021 (οι άνθρωποι τη μετρούν «περίπου 180») βρίσκεται σε υψόμετρο 470 μέτρων, στα 51 χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη.
Στο ρεπορτάζ του «Ν» στην Άργενο, οι μαρτυρίες των κατοίκων δεν είχαν διάθεση υπερβολής, αλλά αυτή της εμπειρίας. Η κ. Ελένη, χρόνια στο χωριό, μίλησε με λόγια που συνοψίζουν την αίσθηση εγκατάλειψης που περιγράφουν πολλοί/ές στα μικρά χωριά: «Αντί να πηγαίνουμε μπροστά, πάμε χίλια χρόνια πίσω».
Θυμάται –και το λέει με ακρίβεια ημέρας– ότι «κάθε Πέμπτη» υπήρχε γιατρός στη Συκαμνιά, μια σταθερότητα που σήμαινε πως ένα μικρό ατύχημα ή μια ξαφνική αδιαθεσία δεν μετατρεπόταν σε ολόκληρη αποστολή. «Ξέραμε ότι αυτή τη μέρα έχουμε γιατρό», είπε. Σήμερα, όπως περιγράφει, οι μετακινήσεις για την παραμικρή ανάγκη γίνονται «αλυσίδα» από Μόλυβο, Καλλονή, και συχνά Μυτιλήνη, με τους ίδιους τους κατοίκους να σηκώνουν το βάρος του χρόνου, του κόστους και της αναμονής.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και άλλη κάτοικος: «Είμαστε μεγάλοι άνθρωποι… κουραζόμαστε όπου και να πάμε. (…) Εδώ είμαστε. Εδώ τον αγαπάμε τον τόπο μας».
Το τελευταίο διάστημα, όπως σχολιάστηκε και στις συζητήσεις στο χωριό, έγιναν εγκαίνια για το Κέντρο Υγείας Μανταμάδου παρουσία του υπουργού Υγείας, Άδωνη Γεωργιάδη.
Για τους κατοίκους της Αργένου, ωστόσο, το ερώτημα δεν είναι μόνο το κτίριο. Στις μαρτυρίες τους επανέρχεται η αγωνία ότι οι δομές μπορεί να αναβαθμίζονται ως υποδομές, αλλά να μένουν αδύναμες στην πράξη. Όπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, «γιατροί δεν έχει, νοσοκόμες δεν έχει», με την επισήμανση ότι «έχει ένα αγροτικό και ένα επιμελητή – αν έχει επιμελητή». Και κάπου εκεί, η συζήτηση επιστρέφει στο ίδιο σταυροδρόμι: όταν «έχεις έναν πόνο», γιατί να πρέπει να φτάνεις ως τη Μυτιλήνη;
Η καθημερινότητα των οικογενειών συμπυκνώνεται στο ωράριο του λεωφορείου. Η πρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Αργένου, Δώρα Κορδερά, μίλησε για ένα χωριό που έχει παιδιά, αλλά όχι τις στοιχειώδεις διευκολύνσεις που θα κρατήσουν μια οικογένεια στον τόπο της. Εξήγησε ότι για το γυμνάσιο, τα παιδιά «φεύγουν από εδώ 6.30 ώρα το πρωί» με το λεωφορείο της γραμμής, «που μπαίνει ο καθένας μέσα», γιατί δεν έχει σχολικό.
Άλλη μητέρα το είπε ωμά: τρεις ώρες περίπου πήγαινε–έλα, κούραση, διάβασμα, φροντιστήριο, «είναι ο ημέρας στον δρόμο». Και μαζί, μια ευρύτερη διαπίστωση για την «παραγκωνισμένη περιφέρεια», όπου «ωραία όλα… αλλά ουσία δεν υπάρχει», αν δεν υπάρξει πρακτική μέριμνα.
Στην Άργενο, η ζωή στηρίζεται σε ανθρώπους που δουλεύουν με τη γη και τα ζώα – κτηνοτροφία, αγροτική καθημερινότητα, μικρές και μεγάλες υποχρεώσεις που δεν περιμένουν. Κι όμως, όπως σημείωσε ο πρόεδρος της κοινότητας, Βασίλης Τερζής, τα «απλά και καλά πράγματα» είναι αυτά που κρίνουν αν μπορεί να σταθεί ο τόπος: ύδρευση–αποχέτευση, αγροτική οδοποιία, στοιχειώδεις υποδομές.
Ο κ. Τερζής στάθηκε ιδιαίτερα στο θέμα του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης, που –όπως είπε– είναι από αμίαντο. Μίλησε για νερό «ωραίο», για γεώτρηση «πάνω στο βουνό» και για επάρκεια, αλλά τόνισε πως «σε αυτή την εποχή δεν λογίζεται κανένας να πίνει από νερό αμιάντου». Ανέφερε ότι έχει απευθυνθεί επανειλημμένα στη ΔΕΥΑΛ και αναμένει εξελίξεις για την αντικατάσταση των σωληνώσεων, ένα αίτημα που –στα μικρά χωριά– μοιάζει συχνά να χάνεται ανάμεσα σε υπηρεσιακές αρμοδιότητες και περιορισμένους προϋπολογισμούς.
Ο κ. Τερζής επενδύει στα γήπεδα τένις που θα εγκαινιαστούν σε λίγους μήνες και στα έργα που έχουν γίνει τα οποία έχουν αναβαθμίσει τη λειτουργία της κοινότητας, από το γραφείο, το παρα-ιατρείο έως το συνεδριακό κέντρο. Στο τέλος της κουβέντας, ο πρόεδρος επιστρέφει σε μια φράση που ακούστηκε σαν τίτλος για όσα ειπώθηκαν στην Άργενο: «Δεν ζητάμε πάρα πολλά πράγματα… ζητάμε απλά και καλά πράγματα για να μπορεί να επιβιώσει αυτός ο αγροτικός κόσμος». Ένας κόσμος «55 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη», που, παρά τη μείωση του πληθυσμού (από «πάνω από 400» παλιότερα, σε περίπου 175 σήμερα, όπως είπε), επιμένει.