
Η αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, αργά το βράδυ της Πέμπτης 15 Ιανουαρίου 2026, δεν έκλεισε απλώς έναν μακρύ δικαστικό κύκλο. Ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο ένα θεσμικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο εδώ και χρόνια: πότε και γιατί η ανθρωπιστική δράση μετατράπηκε σε αντικείμενο ποινικής δίωξης.
Οι 24 εθελοντές/ριες και εργαζόμενες/οι ανθρωπιστικών οργανώσεων αθωώθηκαν για όλες τις πράξεις που τους αποδίδονταν. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι κατηγορίες αποδόθηκαν συλλήβδην, χωρίς εξατομίκευση, ακόμη και για χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ορισμένοι κατηγορούμενοι δεν βρίσκονταν καν στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης για όλους, χωρίς διάκριση ρόλων ή πράξεων. Μια πρακτική που, όπως αποδείχθηκε, δεν άντεξε ούτε στον στοιχειώδη δικαστικό έλεγχο.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική υπήρξε η κρίση του δικαστηρίου για την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης. Δεν υπήρχε ούτε δομή ούτε ιεραρχία. Και, κυρίως, δεν μπορεί να θεωρηθεί εγκληματική οργάνωση μια ομάδα επικοινωνίας στο WhatsApp. Κι όμως, επί χρόνια, αυτή ακριβώς η πρακτική συντονισμού παρουσιάστηκε ως «απόδειξη» συμμετοχής σε οργανωμένο κύκλωμα διακίνησης.
Το παράδοξο –και εδώ η υπόθεση αγγίζει τα όρια της θεσμικής αυθαιρεσίας– είναι ότι τέτοιες ομάδες επικοινωνίας χρησιμοποιούνταν ανοιχτά στο πεδίο της διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης, συχνά με τη γνώση ή και τη συμμετοχή διεθνών οργανισμών και φορέων πρώτης υποδοχής, ακόμη και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Εκ των υστέρων, όμως, το ίδιο εργαλείο βαφτίστηκε ποινικό στοιχείο.
Αν αυτή η λογική είχε γενικευτεί, τότε ολόκληρη η διαχείριση του 2015–2018 θα έπρεπε να είχε βρεθεί στο εδώλιο.
Το δικαστήριο απάντησε με σαφήνεια και στις κατηγορίες περί διευκόλυνσης εισόδου: η αναμονή στις ακτές για τη διάσωση ανθρώπινων ζωών δεν συνιστά διευκόλυνση παράνομης εισόδου. Ουδείς από τους κατηγορουμένους επιχείρησε να αποτρέψει τον έλεγχο των Αρχών, ουδείς επικοινώνησε με κυκλώματα διακινητών. Και ακόμη κι αν σε κάποιες περιπτώσεις δεν υπήρξε έγκαιρη ειδοποίηση, οι εθελοντές δεν είχαν καμία νομική υποχρέωση φύλαξης συνόρων, όπως ανέφερε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Βασίλης Παπαθανασίου. Αποκαλυπτική ήταν και η απαλλακτική πρόταση του Εισαγγελέα, Δημήτρη Σμυρνή νωρίτερα.
Κι όμως, «χρειάστηκαν 2.897 ημέρες» για να αποδοθεί δικαιοσύνη και να καταπέσουν οι κατηγορίες», όπως δήλωσε ο βασικός συνήγορος υπεράσπισης Ζαχαρίας Κεσσές, σημειώνοντας με νόημα ότι η απόφαση προκάλεσε «χαρμολύπη», καθώς τέτοιες υποθέσεις δεν θα έπρεπε να χρονίζουν. «Είναι ανεπίτρεπτο για το σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης τόσο τρανταχτές υποθέσεις να μην εκκαθαρίζονται νωρίτερα», τόνισε.
Ακόμη πιο αιχμηρός υπήρξε ο καθηγητής Νομικής ΑΠΘ και συνήγορος υπεράσπισης Γιάννης Ατζίδης, ο οποίος στην αγόρευσή του έθεσε το ζήτημα της διεθνούς έκθεσης της χώρας: «Είναι δυνατόν το Disney Foundation, που έκανε δωρεά στην ERCI, να χρηματοδοτούσε παράνομες μεταναστευτικές ροές; Δυστυχώς πάσχουμε στην έρευνα. Έτσι εκτιθέμεθα διεθνώς ως χώρα, ελληνική δικαιοσύνη και ελληνική αστυνομία».
Χαμένες ζωές, χαμένος χρόνος
Πίσω από τη νομική αποκατάσταση, ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν αναιρείται με καμία απόφαση. Η Σάρα Μαρντίνι δήλωσε μετά την απόφαση ότι η ζωή της καταστράφηκε για 7 χρόνια. Από σύμβολο διάσωσης, η Σύρια προσφύγισσα που έγινε ταινία γιατί κολύμπησε με την αδερφή της ως τη στεριά της Λέσβου σώζοντας τους συνεπιβαίνοντές τους που δεν ήξεραν κολύμπι, μετατράπηκε σε κατηγορούμενη για βαριά κακουργήματα. «Το να σώζεις ανθρώπους δεν είναι έγκλημα. Αν είναι, τότε είμαστε όλοι εγκληματίες», είπε συγκινημένη, μέσα σε χειροκροτήματα.

Η Μαρίνα Αλέξου, στην απολογία της, περιέγραψε πώς η εμπλοκή της στην υπόθεση ανέτρεψε τον προσωπικό και επαγγελματικό της σχεδιασμό. Το προγραμματισμένο μεταπτυχιακό της στην Αμερική δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Χρόνια ζωής «πάγωσαν» σε αναμονή μιας δικαστικής κρίσης που, τελικά, δικαίωσε το αυτονόητο.
Ο Sean Binder το έθεσε καθαρά: «Χαίρομαι που δεν θα περάσω 20 χρόνια σε ελληνική φυλακή. Ταυτόχρονα, όμως, είμαι θυμωμένος που χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να επιβεβαιωθεί το αυτονόητο. Η έρευνα και διάσωση δεν είναι παράδοξη· είναι νομική απαίτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Και προειδοποίησε: «Μετά από τόσα χρόνια διώξεων, όλο και λιγότεροι άνθρωποι γίνονται εθελοντές».
Ο Νάσος Καρακίτσος μίλησε για συλλογική δικαίωση: «Η απόφαση αυτή δικαιώνει όλους τους εθελοντές, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Η στήριξη τόσων ετών μάς έκανε οικογένεια».

Με μια παγωμένη βουτιά στα νερά της Επάνω Σκάλας, απαλλαγμένοι από το «χτικιό» της ποινικής δίωξης, με εντολή άρσης των κατασχεθέντων τους οχτώ χρόνων πίσω, των κατασχέσεων και επιστροφής των εγγυήσεων, γιόρτασαν την απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Τι πετύχαμε τελικά;
Το «Ν» παρακολούθησε όλες τις δικασίμους. Και αυτό που αναδείχθηκε δεν ήταν απλώς μια προβληματική δικογραφία, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: πολιτική και επικοινωνιακή στοχοποίηση, ποινική δίωξη, διεθνής προβολή και –χρόνια αργότερα– πλήρης δικαστική κατάρρευση.
Όπως και τον Μάιο του 2018, στη Μυτιλήνη όταν αθωώθηκαν οι διασώστες της PROEM-AID και της Team Humanity, έτσι και τώρα, μια υπόθεση που είχε παρουσιαστεί με πηχυαίους τίτλους περί «παράνομων κυκλωμάτων» κατέρρευσε παταγωδώς.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν λειτούργησε τελικά η Δικαιοσύνη. Λειτούργησε – έστω καθυστερημένα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το κράτος έμαθε κάτι. Γιατί αν το μόνο αποτέλεσμα ήταν να αποσυρθούν οι εθελοντές από το πεδίο, να περιοριστούν οι διασώσεις και να μείνουν στο Αιγαίο μόνο κρατικοί μηχανισμοί, ελληνικοί και τουρκικοί, τότε το κόστος αυτής της υπόθεσης δεν ήταν μόνο ανθρώπινο. Ήταν βαθιά πολιτικό και θεσμικό.
Αναλυτικά η απόφαση του δικαστηρίου όπως ανακοινώθηκε την Πέμπτη 16/1/2026:
«Το δικαστήριο κηρύσσει αθώους τους κατηγορουμένους για όλες τις πράξεις
Παραβλέποντας σχετικά το γεγονός- θα το δείτε στην απόφαση- ότι αποδόθηκαν συλλήβδην σε όλους κατηγορίες, και μάλιστα εκδόθηκαν για όλους εντάλματα σύλληψης, για χρόνους που ούτε καν βρίσκονταν στην Ελλάδα, και ούτε καν συμμετείχαν χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση.
Σχετικά με την πρώτη πράξη, να πούμε ότι το δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν υπήρχε, ούτε δομή ούτε συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μία ομάδα στο διαδίκτυο είναι τέτοια, δεν μπορεί να θεωρηθεί μία ομάδα επικοινωνίας στο διαδίκτυο (σ.σ. εγκληματική οργάνωση).
Και ο βασικός σκοπός δεν είναι φυσικά η διάπραξη εγκλημάτων αλλά η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, ανεξάρτητα βέβαια και από τα προσωπικά κίνητρα του καθενός.
Οσον αφορά τις πράξεις διευκόλυνσης μεταφοράς ή διευκόλυνσης εισόδου στη χώρα, ο κύριος σκοπός των κατηγορουμένων ήταν ανθρωπιστικός, δεν μπορεί αυτή η αναμονή για τη διάσωση μίας ζωής να θεωρηθεί διευκόλυνση. Πάντως σε κάθε περίπτωση ουδεις από τους κατηγορουμένους προσπάθησε να ενεργήσει έτσι ώστε, κάποιοι από τους μεταφερόμενους πρόσφυγες ή μη, να αποφύγουν τον έλεγχο των Αρχών.
Η μεταφορά δεν αποδείχτηκε πάλι διότι ουδείς επικοινωνούσε με κάποιο κύκλωμα διακινητών. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις κάποιοι παρέλειπαν να ειδοποιήσουν εγκαίρως τις ελληνικές Αρχές, ουδεμία νομική υποχρέωση είχαν και ως προς τούτο άλλωστε ουδείς εκ των κατηγορουμένων είχε υποχρέωση αποτροπής ή φύλαξης των συνόρων.
Τέλος οσον αφορά την τελευταία πράξη όλα αυτά τα έσοδα ήταν νόμιμα και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έσοδα από παραβατική δραστηριότητα.
Για τη Σάρα Μαρντίνι τον Sean Binter, Νάσο Καρακίτσιο και Αλεξού Μαρίνα πρέπει να αποδοθούν, να επιστραφούν οι εγγυήσεις. Το δικαστήριο αίρει κατασχέσεις και διατάσσει απόδοση των κατασχεθέντων.»