
Μια ουσιαστική παρέμβαση με σαφές περιβαλλοντικό αποτύπωμα δρομολογεί ο Δήμος Μυτιλήνης μέσα στο 2026, με την τοποθέτηση 5 μετεωρολογικών σταθμών και σταθμών μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε ισάριθμες δημοτικές ενότητες. Οι σταθμοί θα εγκατασταθούν στα κτίρια των παλιών δημαρχείων, ώστε να καλύπτουν γεωγραφικά το σύνολο του Δήμου και να παρέχουν αξιόπιστα και συγκρίσιμα δεδομένα.
Η πρωτοβουλία ανήκει στον αντιδήμαρχο Περιβάλλοντος Χρήστο Τσιβγούλη και έχει τη σύμφωνη γνώμη του δημάρχου Παναγιώτη Χριστόφα και της δημοτικής αρχής. Όπως ανέφερε ο κ. Τσιβγούλης, έχει ήδη υπάρξει επικοινωνία με τον κατασκευαστή για την προμήθεια σύγχρονων σταθμών καταγραφής τόσο μετεωρολογικών δεδομένων όσο και ρύπανσης, με πλήρη κάλυψη των πέντε ενοτήτων του Δήμου. Η προσφορά περιλαμβάνει την προμήθεια, την τοποθέτηση, τη σύνδεση στο διαδίκτυο και τη δημιουργία ειδικής διαδικτυακής σελίδας, μέσω της οποίας τα δεδομένα θα είναι διαθέσιμα σε ανοιχτή πηγή, ώστε να μπορούν να τα παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο και οι δημότες.
Όπως επισημάνθηκε, η έλλειψη επαρκών σταθμών καταγραφής αποτελεί μέχρι σήμερα σοβαρό πρόβλημα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που απαιτείται τεκμηρίωση για την κήρυξη μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. «Από πέρυσι το δουλεύουμε και φέτος θα τα καταφέρουμε», σημείωσε χαρακτηριστικά ο αντιδήμαρχος, τονίζοντας ότι τα αξιόπιστα τοπικά δεδομένα είναι απαραίτητα τόσο για τη διοίκηση όσο και για την πολιτική προστασία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στον αγροτικό τομέα, καθώς οι παραγωγοί θα έχουν στη διάθεσή τους αναλυτικά στοιχεία για βροχοπτώσεις, θερμοκρασίες και γενικότερες καιρικές συνθήκες, στοιχεία κρίσιμα για τον προγραμματισμό των καλλιεργειών και των εργασιών τους.
Σε ό,τι αφορά την καταγραφή της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, ο κ. Τσιβγούλης ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξημένη επιβάρυνση, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, λόγω της εκτεταμένης χρήσης καυστήρων με ξύλα και πέλετ. Όπως είπε, υπήρξε και επίσημη καταγραφή πριν από μερικά χρόνια, στο πλαίσιο έρευνας ευρωπαϊκού φορέα, η οποία ανέδειξε το πρόβλημα. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο, με τη λειτουργία των νέων σταθμών, να διαπιστωθεί επιβάρυνση και σε άλλες περιοχές του Δήμου.
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου έχει οδηγήσει πολλά νοικοκυριά σε εναλλακτικές μορφές θέρμανσης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο αναγκαία τη συστηματική παρακολούθηση της ποιότητας του αέρα. «Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να μπορούμε να το παρακολουθούμε και να έχουμε στοιχεία», υπογράμμισε ο αντιδήμαρχος.
Το έργο, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 30.000 έως 35.000 ευρώ, χαρακτηρίζεται από τη δημοτική αρχή ως ένα από τα πρώτα που θα προχωρήσουν μόλις ανοίξει ο προϋπολογισμός, με στόχο την προμήθεια ποιοτικών και αξιόπιστων σταθμών που θα αποτελέσουν εργαλείο τόσο για τον σχεδιασμό πολιτικών όσο και για την ενημέρωση των πολιτών.