
Την Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026 συνεχίζεται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου η πολύκροτη δίκη των 24 κατηγορουμένων της υπόθεσης της ERCI, μιας υπόθεσης που εδώ και επτά χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου και διεθνούς διαλόγου για τα όρια της ανθρωπιστικής δράσης στα σύνορα της Ευρώπης.
Στο εδώλιο κάθονται εθελοντές και εργαζόμενοι ανθρωπιστικών οργανώσεων, ανάμεσά τους η Σάρα Μαρντίνι, ο Σον Μπίντερ και ο Νάσος Καρακίτσος, αντιμέτωποι με κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα:
– συγκρότηση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση,
– διευκόλυνση παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση,
– νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Το πλαίσιο: Λέσβος, 2015–2018
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο φόντο της προσφυγικής κρίσης, όταν η Λέσβος βρέθηκε στο επίκεντρο των μεταναστευτικών ροών. Σύμφωνα με καταθέσεις στο δικαστήριο, μόνο το 2015 έφτασαν στην Ελλάδα περίπου 800.000 άνθρωποι, με το 60% αυτών να αποβιβάζεται στη Λέσβο. Κατά μέσο όρο, 3.000 έως 3.500 άτομα έφταναν καθημερινά στις ακτές του νησιού, σε συνθήκες πλήρους κατάρρευσης των υποδομών πρώτης υποδοχής.
Σε αυτό το περιβάλλον δραστηριοποιήθηκαν δεκάδες ΜΚΟ, εθελοντικές ομάδες και διεθνείς οργανισμοί, συχνά σε συνεργασία –όπως κατατέθηκε– με τις λιμενικές αρχές, καλύπτοντας κενά που το κράτος αδυνατούσε να διαχειριστεί.
Η γραμμή της κατηγορίας
Κατά τις πρώτες ημέρες της ακροαματικής διαδικασίας, βασικός μάρτυρας κατηγορίας, ανώτερο στέλεχος της Αστυνομίας, υποστήριξε ότι η έρευνα ξεκίνησε το 2018 μετά τη σύλληψη της Σάρα Μαρντίνι και του Σον Μπίντερ σε όχημα που –όπως ισχυρίστηκε– είχε νοικιαστεί από την ERCI και έφερε πλαστές πινακίδες στρατιωτικού τύπου.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, από κατασχέσεις κινητών τηλεφώνων, ασυρμάτων και ηλεκτρονικών συσκευών προέκυψαν 34 συνομιλίες σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων, οι οποίες –κατά την εκτίμηση της κατηγορίας– αποτύπωναν γνώση για τον χρόνο άφιξης βαρκών, τον αριθμό των επιβαινόντων και την κατάσταση των σκαφών.
Η Αστυνομία υποστήριξε ότι υπήρξε αντιστοίχιση των συνομιλιών με αρχεία αφίξεων του Λιμενικού, ενώ διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι οι κατηγορούμενοι «είχαν αγωνία να τελεσφορήσει η μεταναστευτική ροή», στοιχείο που –κατά την κατηγορία– τους έφερνε σε αντικειμενική σύμπτωση συμφερόντων με τα κυκλώματα διακινητών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον οικονομικό μηχανισμό της διακίνησης, με τον μάρτυρα να περιγράφει ότι κάθε μετανάστης πληρώνει από 3.000 έως 5.000 ευρώ σε συνεργαζόμενα γραφεία στην Τουρκία και ότι τα χρήματα «απελευθερώνονται» μόνο εφόσον η βάρκα φτάσει στην ελληνική ακτή.
Η αποδόμηση από την υπεράσπιση
Οι συνήγοροι υπεράσπισης αντέταξαν ότι το κατηγορητήριο στηρίζεται σε αποσπασματική ανάγνωση συνομιλιών, χωρίς να τεκμηριώνεται ούτε οικονομικό όφελος ούτε οργανωμένη ιεραρχία εγκληματικής οργάνωσης.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασης μαρτύρων, αναδείχθηκε ότι:
– δεν αποδείχθηκε η πηγή των πληροφοριών για τις αφίξεις,
– δεν προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι έλαβαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα,
– αρκετοί εξ αυτών δεν συμμετείχαν καν στις επίμαχες συνομιλίες ή δεν βρίσκονταν στο πεδίο,
– ορισμένοι είχαν ήδη αθωωθεί σε προηγούμενα δικαστήρια για επιμέρους σκέλη της υπόθεσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στις καταθέσεις ότι πηγές πληροφόρησης ήταν δημόσιες online πλατφόρμες, φωτογραφίες που ανέβαζαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες από τις βάρκες, καθώς και πληροφορίες από συγγενείς τους που ήδη διέμεναν σε καταυλισμούς.
Χαρακτηριστικές ήταν οι παρεμβάσεις συνηγόρων που επεσήμαναν ότι οι κατηγορούμενοι παρέδωσαν οικειοθελώς τις ηλεκτρονικές τους συσκευές στις Αρχές, ενώ κατατέθηκε ότι υπήρξε εκτεταμένη συνεργασία με το Λιμενικό σε προηγούμενες περιόδους.
Οι μάρτυρες υπεράσπισης
Μάρτυρες υπεράσπισης περιέγραψαν τη λειτουργία των δομών φιλοξενίας, καταθέτοντας ότι συχνά οι ίδιοι οι επιζώντες από μια βάρκα ενημέρωναν για επόμενες αφίξεις ή για συγγενείς που ακολουθούσαν. Άλλοι μάρτυρες μίλησαν για τη δράση των κατηγορουμένων στην εκπαίδευση, την καθαριότητα, τη σίτιση και τη φροντίδα παιδιών στους καταυλισμούς.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσαν προσωπικές μαρτυρίες για τα κίνητρα εθελοντισμού, με αναφορές σε προσωπικές απώλειες, οικογενειακές προσφυγικές διαδρομές και τη συνειδητή επιλογή προσφοράς σε μια περίοδο ανθρωπιστικής κρίσης.
Διεθνές ενδιαφέρον και ευρύτερο διακύβευμα
Η δίκη παρακολουθείται στενά από διεθνή μέσα ενημέρωσης και ανθρωπιστικά δίκτυα, με ανταποκριτές να τονίζουν ότι το αποτέλεσμά της δεν αφορά μόνο τη Λέσβο ή την Ελλάδα, αλλά συνολικά την Ευρώπη. Όπως κατατέθηκε, η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως «δοκιμασία» για το πού τίθενται τα όρια μεταξύ διάσωσης και ποινικής ευθύνης.
Η μητέρα του Σον Μπίντερ, παρούσα σε πολλές δικασίμους, δήλωσε ότι «το μήνυμα που πρέπει να σταλεί είναι πως η αλληλεγγύη δεν είναι έγκλημα», μια φράση που επανέρχεται σταθερά εντός και εκτός της αίθουσας.
Η συνέχεια
Στη συνεδρίαση σήμερα της 15ης Ιανουαρίου 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί η εξέταση των αναγνωστέων και να συνεχιστούν οι μάρτυρες υπεράσπισης, φέρνοντας τη δίκη πιο κοντά στο κρίσιμο στάδιο των αγορεύσεων.
Επτά χρόνια μετά τις πρώτες συλλήψεις, η υπόθεση της ERCI εξακολουθεί να θέτει ένα κεντρικό ερώτημα:αν η οργανωμένη ανθρωπιστική δράση στα σύνορα μπορεί να εκληφθεί ως έγκλημα ή αν η δικαιοσύνη θα χαράξει σαφώς το όριο ανάμεσα στη διάσωση ανθρώπινων ζωών και την εγκληματική διακίνηση.