
Χιλιάδες άνθρωποι που ζητούν άσυλο στην Ελλάδα παραμένουν χωρίς οικονομικό βοήθημα για ενάμιση χρόνο, ενώ οι δομές υποδοχής στα νησιά και στην ενδοχώρα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις σε ιατρικό προσωπικό, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και διερμηνεία. Την εικόνα αυτή αναδεικνύει η νέα ανάλυση της Υποστήριξης Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA), η οποία βασίζεται σε επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου τον Αύγουστο του 2026 και αποτυπώνουν την κατάσταση στις 30 Ιουνίου 2026.
Παρά τη μείωση του πληθυσμού των καμπς, τα προβλήματα παραμένουν. Η οργάνωση επισημαίνει ότι οι ελλείψεις στη στελέχωση και η διακοπή της οικονομικής ενίσχυσης αποτελούν χρόνια και δομικά ζητήματα, με άμεσες συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων που βρίσκονται στο σύστημα υποδοχής.
Λιγότεροι διαμένοντες, αλλά τα κενά παραμένουν
Στα τέλη Ιουνίου του 2026, στα προσφυγικά καμπς της χώρας διέμεναν 15.273 άνθρωποι, ανάμεσά τους 2.324 παιδιά. Στο τέλος του 2025 ο αντίστοιχος πληθυσμός ήταν 22.622 άτομα. Πρόκειται για μείωση κατά 7.349 ανθρώπους, δηλαδή περίπου 32,5% μέσα σε έξι μήνες.
Επικρατέστερη χώρα καταγωγής ήταν, με διαφορά, το Σουδάν, ενώ σημαντικό μέρος των διαμενόντων προερχόταν από το Μπανγκλαντές και το Νότιο Σουδάν.
Η υποχώρηση του αριθμού των διαμενόντων, ωστόσο, δεν συνοδεύεται από την κάλυψη βασικών αναγκών. Σύμφωνα με τη RSA, τα επίσημα δεδομένα εξακολουθούν να καταγράφουν συστηματικά κενά στις συνθήκες υποδοχής.
Ούτε ένα ευρώ από τα τέλη Μαρτίου του 2025
Κεντρικό εύρημα της ανάλυσης είναι η πλήρης απουσία του μηνιαίου οικονομικού βοηθήματος. Όπως καταγγέλλει η οργάνωση, η καταβολή του παραμένει σε εκκρεμότητα από τα τέλη Μαρτίου του 2025, χωρίς ενημέρωση ή σαφή προοπτική άμεσης αποκατάστασης.
Η παρατεταμένη διακοπή αφήνει τους δικαιούχους χωρίς τη συγκεκριμένη οικονομική στήριξη για την κάλυψη προσωπικών και καθημερινών αναγκών. Το πρόβλημα αφορά και ανθρώπους με διαπιστωμένη ευαλωτότητα, οι οποίοι παραμένουν στις ίδιες δομές, έχοντας παράλληλα ανάγκη εξειδικευμένης φροντίδας.
Δομές χωρίς γιατρό και έξι καμπς χωρίς ψυχολόγο
Στις 30 Ιουνίου του 2026, στο σύνολο των καμπς της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης δραστηριοποιούνταν 58 γιατροί και 37 ψυχολόγοι. Πίσω από τους συνολικούς αριθμούς, όμως, καταγράφονται σημαντικά κενά σε συγκεκριμένες δομές.
Η Φιλιππιάδα και ο Πύργος δεν διέθεταν καθόλου γιατρό, ενώ η Ριτσώνα, το Βαγιοχώρι και ο Κατσικάς δεν είχαν γενικό γιατρό. Παράλληλα, σύμφωνα με την ανάλυση, σε κανένα καμπ δεν δραστηριοποιούνταν ψυχίατρος, ενώ έξι δομές δεν διέθεταν ούτε ψυχολόγο.
Οι ελλείψεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα αν συνυπολογιστεί ότι χιλιάδες διαμένοντες έχουν αναγνωριστεί ως θύματα βασανιστηρίων ή άλλων μορφών βίας. Η ανάγκη υποστήριξης είναι, επομένως, ήδη καταγεγραμμένη στα επίσημα στοιχεία.
Η διερμηνεία στηρίζεται σε έκτακτη παροχή προσωπικού
Στο πεδίο της διερμηνείας καταγράφηκε μικρή αύξηση του προσωπικού. Οι διερμηνείς ανέρχονταν σε 179 στα τέλη Ιουνίου του 2026, έναντι 168 στο τέλος του 2025.
Ωστόσο, η RSA επισημαίνει ότι η παροχή διερμηνείας εξακολουθεί να βασίζεται αποκλειστικά στην έκτακτη διάθεση προσωπικού από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για το Άσυλο (EUAA). Η επικοινωνία των διαμενόντων με τις υπηρεσίες αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την καταγραφή των αναγκών τους και την πρόσβαση στη διαθέσιμη υποστήριξη, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα υγείας ή ευαλωτότητας.
Σχεδόν ένας στους τρεις με διαπιστωμένη ευαλωτότητα
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, η Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης εντόπισε 8.322 ανθρώπους ως ευάλωτα πρόσωπα στο πλαίσιο των διαδικασιών υποδοχής και ταυτοποίησης.
Στις 30 Ιουνίου, ο αριθμός των ανθρώπων με διαπιστωμένη ευαλωτότητα που διέμεναν στα καμπς ήταν 4.822, σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού. Οι δύο αριθμοί αφορούν διαφορετικά μεγέθη: ο πρώτος τις αναγνωρίσεις ευαλωτότητας σε ολόκληρο το εξάμηνο και ο δεύτερος τους διαμένοντες κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Μεταξύ των κυριότερων κατηγοριών που καταγράφονται ήταν 3.390 θύματα βασανιστηρίων και άλλων μορφών βίας, 365 περιπτώσεις μονογονεϊκών οικογενειών και 273 άτομα με σοβαρές ασθένειες.
Σύμφωνα με τη RSA, σχεδόν οι μισοί από τους 3.390 αναγνωρισμένους επιζώντες βασανιστηρίων και βίας διέμεναν σε μεγάλα καμπς, όπως η Μαλακάσα, το Κουτσόχερο, η Ριτσώνα, η Λέρος και οι Σέρρες, χωρίς οικονομική στήριξη και με εξαιρετικά περιορισμένες υπηρεσίες ιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης.
Η εναλλακτική στέγαση παραμένει εξαγγελία
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο πρόγραμμα «Στήριξις», το οποίο είχε εξαγγελθεί για τη δημιουργία 500 θέσεων φιλοξενίας σε διαμερίσματα στον αστικό ιστό, για ευάλωτους αιτούντες άσυλο.
Τουλάχιστον τρία χρόνια μετά τις κυβερνητικές εξαγγελίες, η οργάνωση διαπιστώνει ότι τα καμπς εξακολουθούν να αποτελούν τη μόνη παρεχόμενη μορφή στέγασης για τα πρόσωπα αυτά. Όπως υπογραμμίζει, οι συνθήκες υποδοχής τους στην πράξη δεν διαφοροποιούνται από εκείνες του υπόλοιπου πληθυσμού, παρά τις ιδιαίτερες ανάγκες τους και την υποχρέωση παροχής ειδικών συνθηκών υποδοχής.
Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση είναι ενός συστήματος στο οποίο η καταγραφή της ευαλωτότητας δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη προσαρμογή της φιλοξενίας και της φροντίδας. Για χιλιάδες ανθρώπους, το ζητούμενο παραμένει η πρόσβαση σε βασική οικονομική στήριξη, επαρκείς υπηρεσίες υγείας και στέγαση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.