
Νέα σημαντική επιβάρυνση στο κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων από και προς τη Λέσβο φέρνει ο νέος τιμοκατάλογος του οχηματαγωγού «Θαλασσίτης», προκαλώντας έντονο προβληματισμό στις μεταφορικές επιχειρήσεις, στον εμπορικό κόσμο και κυρίως στον αγροκτηνοτροφικό κλάδο του νησιού.
Οι νέες χρεώσεις είναι αισθητά αυξημένες σε σχέση με εκείνες που ίσχυαν μέχρι πριν από περίπου έναν μήνα, με ανθρώπους της αγοράς να επισημαίνουν ότι η αναπροσαρμογή αυτή δεν δικαιολογείται από την πορεία των τιμών του πετρελαίου. Άλλωστε, σε σχετικό ρεπορτάζ του «Ν» είχε ήδη επισημανθεί ότι μετά την επανέναρξη του δρομολογίου υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να ακολουθήσει αύξηση των ναύλων.
Ενδεικτικές είναι οι νέες χρεώσεις ανά μέτρο καρότσας στη γραμμή Μυτιλήνη - Θεσσαλονίκη. Για τη μεταφορά από τη Μυτιλήνη προς τη Θεσσαλονίκη η τιμή αυξήθηκε από τα 65 ευρώ στα 75 ευρώ ανά μέτρο καρότσας, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η αύξηση στην αντίστροφη κατεύθυνση. Από τη Θεσσαλονίκη προς τη Μυτιλήνη, η χρέωση από τα 75 ευρώ ανά μέτρο καρότσας ανέβηκε στα 95 ευρώ.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μιας συνηθισμένης καρότσας μήκους περίπου 13 μέτρων στη γραμμή προς Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το κόστος μετάβασης και επιστροφής, που μέχρι πριν από περίπου έναν μήνα ανερχόταν κοντά στα 1.600 ευρώ, πλέον φτάνει περίπου στα 2.200 ευρώ.
Με βάση τις νέες τιμές, το κόστος μόνο για το θαλάσσιο σκέλος της μεταφοράς αυξάνεται σημαντικά, επιβαρύνοντας κάθε δρομολόγιο με ποσά που οι μεταφορικές εταιρείες δύσκολα μπορούν πλέον να απορροφήσουν.
Περιορισμένες οι εναλλακτικές για τις μεταφορές
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο εξαιτίας των περιορισμένων επιλογών που υπάρχουν για τη μεταφορά μεγάλου όγκου εμπορευμάτων από τη Βόρεια Ελλάδα προς τη Λέσβο.
Σύμφωνα με επαγγελματίες του κλάδου, τα υπόλοιπα διαθέσιμα δρομολόγια δεν μπορούν να καλύψουν το σύνολο της ζήτησης, καθώς εξυπηρετούν κυρίως Ι.Χ. και συγκεκριμένες κατηγορίες φορτίων, όπως ψυγεία με ευπαθή προϊόντα.
Έτσι, μεγάλο μέρος της εμπορευματικής κίνησης συγκεντρώνεται στο «Θαλασσίτης», γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα επιλογής για τις μεταφορικές επιχειρήσεις.
Οι ίδιες πηγές υπολογίζουν ότι από τη Θεσσαλονίκη προς τη Λέσβο διακινούνται περίπου 60 έως 80 φορτηγά την εβδομάδα.
Τα φορτία αυτά περιλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρο το φάσμα της αγοράς του νησιού, από ζωοτροφές και τρόφιμα μέχρι ρούχα, υποδήματα, έπιπλα και κάθε είδους εμπορεύματα.
Ακριβότερη μεταφορά, ακριβότερα προϊόντα στη Λέσβο
Άνθρωποι της αγοράς τονίζουν ότι τα περιθώρια απορρόφησης του επιπλέον κόστους είναι πλέον εξαιρετικά περιορισμένα, καθώς οι επιχειρήσεις έχουν ήδη να αντιμετωπίσουν αυξημένες δαπάνες σε καύσιμα, ενέργεια και λειτουργικά έξοδα.
Κατά συνέπεια, ένα σημαντικό μέρος της νέας επιβάρυνσης εκτιμάται ότι θα μετακυλιστεί στις επιχειρήσεις που διακινούν προϊόντα από και προς τη Λέσβο και από εκεί σταδιακά στις τελικές τιμές.
Με άλλα λόγια, μέρος του αυξημένου κόστους της θαλάσσιας μεταφοράς αναμένεται τελικά να φτάσει στον καταναλωτή.
Αντίστοιχη πίεση δημιουργείται και για τα προϊόντα που παράγονται στη Λέσβο και πρέπει να μεταφερθούν προς την ηπειρωτική Ελλάδα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητά τους.
Στις ζωοτροφές το πιο βαρύ κόστος για την κτηνοτροφία της Λέσβου
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση στα ναύλα σε σχέση με τις ζωοτροφές, καθώς ο κτηνοτροφικός κόσμος της Λέσβου βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με εξαιρετικά υψηλό κόστος παραγωγής.
Οι ζωοτροφές αποτελούν ένα από τα βασικά φορτία που μεταφέρονται από την ηπειρωτική Ελλάδα προς το νησί και οποιαδήποτε αύξηση στο κόστος της θαλάσσιας μεταφοράς αποτυπώνεται τελικά στην τιμή που πληρώνει ο κτηνοτρόφος.
Η εξέλιξη έρχεται σε ιδιαίτερα δύσκολη χρονική στιγμή για τον κλάδο, καθώς οι περιορισμοί που ισχύουν λόγω του αφθώδους πυρετού δεν επιτρέπουν σε πολλούς κτηνοτρόφους να μετακινήσουν τα ζώα τους από μάντρα σε μάντρα ή προς βοσκοτόπους.
Έτσι, τα κοπάδια παραμένουν στις εγκαταστάσεις και οι παραγωγοί αναγκάζονται να καλύπτουν καθημερινά τις ανάγκες διατροφής τους με αγοραζόμενες ζωοτροφές.
Την ώρα, δηλαδή, που οι ανάγκες για ζωοτροφές είναι αυξημένες, αυξάνεται ταυτόχρονα και το κόστος μεταφοράς τους προς τη Λέσβο, επιβάρυνση που κατ’ επέκταση περνά και στην τελική τιμή του σακιού που θα πληρώνει ο κτηνοτρόφος.
Κωνσταντιδέλλης «Η αύξηση φτάνει το 30%»
Την εικόνα που διαμορφώνεται περιγράφει στο «Ν» ο Μανώλης Κωνσταντιδέλλης Διευθυντής του Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Μεσοτόπου, επισημαίνοντας ότι η νέα αύξηση στα ναύλα έρχεται να προστεθεί σε μία αλυσίδα επιβαρύνσεων που ήδη πιέζει ασφυκτικά τον πρωτογενή τομέα του νησιού.
Όπως αναφέρει, είχε προηγηθεί ένα διάστημα περίπου 20 ημερών με σοβαρό πρόβλημα στην ακτοπλοϊκή εξυπηρέτηση προς τη Βόρεια Ελλάδα, ενώ η επανέναρξη του δρομολογίου του «Θαλασσίτης» συνοδεύτηκε από νέο τιμοκατάλογο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές είχαν ήδη αναπροσαρμοστεί στα τέλη Μαΐου και πλέον, με τον νέο τιμοκατάλογο των αρχών Οκτωβρίου, καταγράφεται νέα αύξηση που φτάνει περίπου στο 30%.
«Αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει αυτό για το κόστος διατροφής των ζώων, αλλά και για όλα τα προϊόντα που κατεβαίνουν ή ανεβαίνουν προς την υπόλοιπη Ελλάδα», σημειώνει.
Ο ίδιος συνδέει άμεσα τη νέα επιβάρυνση με το συνολικό κόστος παραγωγής, υπογραμμίζοντας ότι έρχεται να προστεθεί στις ήδη μεγάλες αυξήσεις της ενέργειας και των καυσίμων.
«Σε συνάρτηση με την τρελή αύξηση της ενέργειας και την αύξηση των καυσίμων, δεν ξέρουμε πού θα σταματήσει όλο αυτό», τονίζει.
«Θα αυξηθούν και οι ζωοτροφές»
Ο Μανώλης Κωνσταντιδέλλης θεωρεί δεδομένο ότι η αύξηση στα μεταφορικά θα αποτυπωθεί και στις τιμές των ζωοτροφών.
Όπως εξηγεί, αυξημένα κόστη αντιμετωπίζουν ήδη και οι παραγωγοί ζωοτροφών στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Η παραγωγή καλαμποκιού και άλλων πρώτων υλών επιβαρύνεται από το κόστος της ενέργειας, της άρδευσης και των καυσίμων, με αποτέλεσμα η τελική τιμή να διαμορφώνεται σε υψηλότερα επίπεδα πριν ακόμη προστεθεί το κόστος της θαλάσσιας μεταφοράς.
«Φυσικά θα πάρουν αξία και οι ζωοτροφές», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Για τους κτηνοτρόφους της Λέσβου, όμως, η κατάσταση είναι ακόμη δυσκολότερη, καθώς η ανάγκη αγοράς ζωοτροφών είναι σήμερα αυξημένη εξαιτίας των περιορισμών που έχουν επιβληθεί λόγω του αφθώδους πυρετού.
Ο εγκλωβισμός των κοπαδιών εκτοξεύει την ανάγκη για ζωοτροφές
Σύμφωνα με τον Μανώλη Κωνσταντιδέλλη, οι περιορισμοί στις μετακινήσεις των κοπαδιών υποχρεώνουν πολλούς κτηνοτρόφους να κρατούν τα ζώα στις εγκαταστάσεις και να καλύπτουν τις ανάγκες τους με περισσότερες αγοραζόμενες ζωοτροφές.
«Δεν μπορούν οι άνθρωποι να μετακινήσουν τα ζωντανά τους από μάντρα σε μάντρα και αναγκάζονται να τα έχουν μέσα και να τα ταΐζουν», σημειώνει, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος των ζωοτροφών αυξάνεται ακόμη περισσότερο.
Ο ίδιος κάνει λόγο για ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό μείγμα αυξημένων δαπανών, το οποίο επιβαρύνει καθημερινά τόσο τον κτηνοτρόφο όσο και τον αγρότη.
Το βάρος περνά και στους συνεταιρισμούς
Η πίεση δεν σταματά στους ίδιους τους παραγωγούς.
Ο Μανώλης Κωνσταντιδέλλης επισημαίνει ότι μεγάλο μέρος του οικονομικού βάρους θα κληθούν να αναλάβουν και οι συνεταιρισμοί, προκειμένου να μπορέσουν να συνεχίσουν να στηρίζουν τους κτηνοτρόφους.
«Όλο αυτό το φορτίο θα κληθούν να το σηκώσουν και οι συνεταιρισμοί για να μπορέσουν να στηρίξουν τους κτηνοτρόφους με ζωοτροφές», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το αυξημένο κόστος μεταφέρεται πλέον σε ολόκληρη την αλυσίδα γύρω από την αγροκτηνοτροφική παραγωγή, από τον κτηνοτρόφο μέχρι τον συνεταιρισμό και τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται γύρω από τον πρωτογενή τομέα.