
Η Λαϊκή Συσπείρωση Βορείου Αιγαίου καταθέτει στην Επιτροπή Λογοδοσίας της Περιφέρειας Β. Αιγαίου ερώτηση για την τραγική κατάσταση που διαμορφώνεται σε κρίσιμες υποδομές ύδρευσης και διαχείρισης λυμάτων στα νησιά μας, αλλά και για τις επικίνδυνες συνέπειες της πολιτικής εμπορευματοποίησης του νερού που εφαρμόζουν διαχρονικά κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Περιφερειακές Αρχές.
Αναλυτικά αναφερει:
Ο νόμος 5037/2023, σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις κατευθύνσεις της ΕΕ και τις δεσμεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης, μετατρέπει το νερό από κοινωνικό αγαθό σε πανάκριβο εμπόρευμα. Επιβάλλει στους παρόχους ύδρευσης και αποχέτευσης να λειτουργούν με όρους «ανάκτησης κόστους», ανοίγοντας τον δρόμο για συγχωνεύσεις, ιδιωτικοποιήσεις και μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση του λαού.
Η πολιτική αυτή έχει ήδη αποτελέσματα.
Σε όλο το Βόρειο Αιγαίο, κρίσιμα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης είτε καθυστερούν επί χρόνια είτε παραμένουν ανολοκλήρωτα, ενώ οι ανάγκες των νησιών είναι τεράστιες.
Στην Ικαρία, ο βιολογικός καθαρισμός του Αγίου Κηρύκου εμφανίζεται ακόμη μη ολοκληρωμένος, ενώ ο οικισμός καταγράφεται ως μη συμμορφωμένος με την ευρωπαϊκή οδηγία για τα λύματα. Αντίστοιχα προβλήματα εμφανίζονται και σε περιοχές της Σάμου, όπως το Πυθαγόρειο και το Κοκκάρι, όπου οι υποδομές παραμένουν ανεπαρκείς και προβληματικές.
Την ίδια ώρα, έργα που θα έπρεπε να αποτελούν προτεραιότητα για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος σέρνονται επί 6, 7 ή και 8 χρόνια, μεταφέρονται από χρηματοδοτική περίοδο σε χρηματοδοτική περίοδο και αντιμετωπίζονται ως «αγορά εργολαβιών» και όχι ως κοινωνική ανάγκη.
Οι πλατφόρμες παρουσίασης έργων της κυβέρνησης δεν αποτυπώνουν έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό με βάση τις ανάγκες του λαού, αλλά λειτουργούν κυρίως ως μηχανισμοί ενημέρωσης εργολάβων και επενδυτών. Η πραγματικότητα είναι ότι το ποσοστό των έργων που υλοποιούνται είναι πολύ μικρότερο από τις πραγματικές ανάγκες των νησιών.
Την ίδια στιγμή, οι Δήμοι και οι ΔΕΥΑ παραμένουν υποστελεχωμένες, χωρίς επαρκές μόνιμο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό, γεγονός που ανοίγει ακόμα περισσότερο τον δρόμο στους ιδιώτες, είτε μέσω ΣΔΙΤ είτε μέσω εργολαβιών συντήρησης και λειτουργίας.
Η κατάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη αν ληφθεί υπόψη ότι από το 2028 τίθενται σε ισχύ νέες αυστηρότερες ευρωπαϊκές απαιτήσεις για τη διαχείριση λυμάτων, που θα αφορούν και μικρότερους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, χωρίς όμως να υπάρχει η αναγκαία κρατική χρηματοδότηση και προετοιμασία.
Η Λαϊκή Συσπείρωση τονίζει ότι το νερό δεν είναι εμπόρευμα και δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο κερδοφορίας επιχειρηματικών ομίλων.
Απέναντι στην πολιτική της εμπορευματοποίησης, των ιδιωτικοποιήσεων και της ανταποδοτικότητας, προβάλλουμε την ανάγκη δημιουργίας ενός Ενιαίου Κρατικού Φορέα Διαχείρισης Υδάτων, με αποκλειστικά δημόσιο χαρακτήρα, λαϊκή ιδιοκτησία και κεντρικό επιστημονικό σχεδιασμό, που θα εξασφαλίζει:
φθηνό και ποιοτικό νερό για όλο τον λαό,
σύγχρονες υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης,
ολοκληρωμένη αντιπλημμυρική προστασία,
προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας,
μόνιμο επιστημονικό προσωπικό και πλήρη κρατική χρηματοδότηση.
Γιατί το νερό είναι κοινωνικό αγαθό και όχι πεδίο επιχειρηματικής δράσης και κερδοφορίας.